WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| thoughtful adj | (person: considerate) | που σκέφτεται τους άλλους περίφρ |
| | | συμπονετικός επίθ |
| | | καλόκαρδος επίθ |
| | Marilyn's daughter is so thoughtful; she takes good care of her mother. |
| | Η κόρη της Μέριλιν είναι τόσο συμπονετική· φροντίζει καλά τη μητέρα της. |
| thoughtful adj | (act: nice, considerate) | ευγενικός επίθ |
| | It was thoughtful of your old boss to send you a birthday card. |
| | Ήταν ευγενικό εκ μέρους του παλιού σου αφεντικού να σου στείλει κάρτα γενεθλίων. |
| thoughtful adj | (act: result of thought) | βαθυστόχαστος επίθ |
| | (λόγιος) | εμβριθής επίθ |
| | (σωστά επιχειρήματα) | εμπεριστατωμένος, τεκμηριωμένος μτχ πρκ |
| | The student wrote a thoughtful essay on the subject. |
| | Ο μαθητής έγραψε μια βαθυστόχαστη έκθεση για το θέμα. |
| thoughtful adj | (characteristic of thought) (πχ βλέμμα, ύφος, άτομο) | σκεπτικός επίθ |
| | (άτομο) | σκεπτόμενος μτχ ενεστ |
| | (προϊόν σκέψης) | μελετημένος, προσεγμένος μτχ πρκ |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία και σε ορισμένες περιπτώσεις αποδίδεται περιφραστικά, π.χ. «Αφού έμεινε σιωπηλός βυθισμένος στις σκέψεις του, ο Τζέισον μίλησε τελικά.» |
| | After a thoughtful silence, Jason finally spoke. |
| | - |