• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: surrounded, surround

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be surrounded by [sth],
be surrounded with [sth]
v expr
(be enclosed, encircled by)είμαι περιστοιχισμένος από κτ περίφρ
  περιστοιχίζομαι από κτ περίφρ
  (συνήθως για κάτι κακό)είμαι περικυκλωμένος από κτ περίφρ
 The house was surrounded by fields.
be surrounded by [sth/sb] v expr (have around you)είμαι περιτριγυρισμένος από κπ/κτ έκφρ
  έχω κπ/κτ γύρω μου έκφρ
 It's a great comfort to be surrounded by friends and family.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surround [sth],
surround [sb]⇒
vtr
(police: encircle [sb] or [sth])περικυκλώνω ρ μ
 The police surrounded the building.
 Η αστυνομία περικύκλωσε το κτίριο.
surround [sth],
surround [sb]
vtr
(be all around) (είμαι γύρω από κάτι)περιστοιχίζω, περιβάλλω ρ μ
  (κάτι είναι γύρω μου)περιστοιχίζομαι, περιβάλλομαι ρ αμ
 We were surrounded by lush, leafy plants.
 Μας περιστοίχιζε οργιώδης βλάστηση.
 Περιστοιχιζόμασταν από οργιώδη βλάστηση.
surround n (edging, border)τελείωμα ουσ ουδ
  περίγραμμα ουσ θηλ
  (πιο γενικά)όριο ουσ ουδ
 The fireplace has a wooden surround.
 The bath's tiled surround protects the walls from getting splashed with water.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
surrounds npl (environment)περιβάλλον ουσ ουδ
  ο περιβάλλων χώρος φρ ως ουσ αρσ
  η γύρω περιοχή φρ ως ουσ θηλ
 The restaurant is set in lush green surrounds.
 The town and its surrounds provide a great spot for a weekend getaway.
surround [sth/sb]⇒ vtr (be associated with)αφορώ ρ μ
  σχετίζομαι με κτ/κπ ρ αμ + πρόθ
 The circumstances surrounding this tragedy are still unclear.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
surround | surrounded
ΑγγλικάΕλληνικά
surround sound n (multi-speaker stereo system)πολυκάναλο ηχοσύστημα ουσ ουδ
 Home cinema systems are equipped with surround sound features.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'surrounded' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση surrounded στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «surrounded».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!