stained

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈsteɪnd/

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: stained, stain

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stained adj (with a stain)λερωμένος μτχ πρκ
  βρόμικος επίθ
  (ανεπίσημο)λεκιασμένος μτχ πρκ
 Malcolm soaked the stained shirt in cold water.
 Ο Μάλκολμ μούλιασε το λερωμένο πουκάμισο σε κρύο νερό.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stain n (on clothing, etc.)λεκές ουσ αρσ
 Philip scrubbed at his shirt, trying to get the stain out.
 Ο Φίλιπ έτριψε το πουκάμισό του προσπαθώντας να βγάλει τον λεκέ.
stain n figurative (on reputation) (μεταφορικά)στίγμα ουσ ουδ
  κηλίδα ουσ θηλ
  μελανό σημείο επίθ + ουσ ουδ
  (μτφ: διαδικασία κηλίδωσης)πλήγμα ουσ ουδ
 The affair was a stain on the politician's reputation.
 Η υπόθεση αποτελούσε πλήγμα για τη φήμη του πολιτικού.
stain n (colouring agent)βαφή ουσ θηλ
  χρωστική επίθ ως ουσ θηλ
 Karen used a stain to make the wood look darker.
 Η Κάρεν χρησιμοποίησε μια βαφή (or: χρωστική) για να κάνει το ξύλο να φαίνεται πιο σκούρο.
stain [sth] vtr (clothing, etc.)λερώνω ρ μ
  λεκιάζω ρ μ
 The wine stained Catherine's new dress.
 Το κρασί λέκιασε το καινούριο φόρεμα της Κάθριν.
stain [sth] vtr (add colour to wood, etc.)βάφω ρ μ
 Fred stained the wood a darker colour.
 Ο Φρεντ έβαψε το ξύλο με ένα πιο σκούρο χρώμα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
stain vi (cause stain)κάνω λεκέ, αφήνω λεκέ περίφρ
  λεκιάζω ρ αμ
 Be careful not to spill that red wine as it will stain.
stain [sth] vtr (cause disgrace to)αμαυρώνω ρ μ
  (μεταφορικά)σπιλώνω, κηλιδώνω ρ μ
 The scandal stained the minister's reputation.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Σύνθετοι τύποι:
stained | stain
ΑγγλικάΕλληνικά
stained glass n (colored window glass)βιτρό, υαλογράφημα ουσ ουδ
 Tourists visit York Minster to see its beautiful stained glass.
stained glass window,
stained-glass window
n
(painted pane)παράθυρο βιτρό φρ ως ουσ ουδ
  βιτρό ουσ ουδ άκλ
stained wood n (wood treated with colourant)βαμμένο ξύλο μτχ πρκ + ουσ ουδ
stained-glass n as adj (of painted glass)βιτρό ουσ ουδ άκλ
 The church was decorated with stained-glass panels depicting stories from the Bible.
tear-stained adj (cheeks: wet from crying)δακρυσμένος μτχ πρκ
  γεμάτος δάκρυα φρ ως επίθ
tear-stained adj (marked from tears)γεμάτος δάκρυα φρ ως επίθ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'stained' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a stained [carpet, table, rug, blouse, shirt], easily stained [clothes, fabrics], has a stained [image, career, reputation], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση stained στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «stained».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!