• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: posing, pose

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
posing n (posturing for camera)ποζάρισμα ουσ ουδ
 The posing for the camera began.
posing n (asking of questions) (ερωτήσεων)διατύπωση ουσ θηλ
  (ερωτήσεις)το να κάνω, το να θέτω περίφρ
 The posing of questions is an essential part of the learning process.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pose n (posture for picture, etc.)πόζα ουσ θηλ
 Jason saw Lisa pointing the camera at him, so he struck a pose.
 The artist's model had to hold her pose for hours.
 Ο Τζέισον είδε τη Λίζα να γυρνά την κάμερα πάνω του και έτσι πήρε μια πόζα.
pose n figurative (affectation) (καθομιλουμένη)μόστρα, φιγούρα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)πόζα ουσ θηλ
  επίδειξη, προσποίηση ουσ θηλ
 Amber's liberalism is just a pose.
 Ο φιλελευθερισμός της Άμπερ είναι απλά μια προσποίηση.
pose vi (posture for picture, etc.)ποζάρω ρ αμ
 The photographer asked her subjects to pose.
 Η φωτογράφος ζήτησε από τα μοντέλα της να ποζάρουν.
pose [sth] vtr (ask: a question)θέτω ρ μ
  (συνήθως επίσημη διαδικασία)υποβάλλω ρ μ
 Emily posed the question of why everyone had to obey Paul.
 Η Έμιλυ έθεσε το ερώτημα γιατί έπρεπε όλοι να υπακούουν στον Πωλ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
pose as [sth/sb] vi + prep (pretend to be)προσποιούμαι ότι είμαι κπ/κτ περίφρ
  (με αιτιατική)παριστάνω ρ αμ
  (αργκό, μτφ)το παίζω κπ/κτ έκφρ
 Charlie isn't really a pilot; he's just posing as one.
 Julie posed as her sister Emma to try to get access to Emma's bank accounts.
pose [sth] vtr (create, present: a problem)προκαλώ, δημιουργώ ρ μ
 Jan's romantic involvement with her boss is starting to pose a problem in the office.
pose [sb/sth] vtr (position for a picture, etc.)στήνω ρ μ
  βάζω κπ να ποζάρει έκφρ
  βάζω κπ να ποζάρει έκφρ
 The photographer posed his subjects.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
pose | posing
ΑγγλικάΕλληνικά
pose a question v expr (ask [sth], make an enquiry)κάνω μια ερώτηση περίφρ
  θέτω ένα ερώτημα, θέτω μια ερώτηση περίφρ
 One of the reporters posed a question about the Prime Minister's reaction to recent events in Spain.
pose a question v expr (raise an issue)θέτω το ερώτημα περίφρ
  τίθεται το ερώτημα περίφρ
 This defeat poses a question about the team's ability to defend.
 Αυτή η ήττα θέτει το ερώτημα αν η ομάδα είναι ικανή να παίξει άμυνα.
 Μετά από αυτή την ήττα τίθεται το ερώτημα αν η ομάδα είναι ικανή να παίξει άμυνα.
pose a threat,
pose a risk
v expr
(be dangerous)αποτελώ κίνδυνο έκφρ
  συνιστώ απειλή έκφρ
 The psychiatrist's report will determine whether this prisoner would pose a threat on his release.
pose a threat to [sb/sth],
pose a risk to [sb/sth]
v expr
(endanger)θέτω κπ/κτ σε κίνδυνο έκφρ
  αποτελώ κίνδυνο για κπ/κτ έκφρ
  συνιστώ απειλή για κπ/κτ έκφρ
 Neil's reckless behaviour poses a risk to everyone on the team.
strike a pose v expr (pose)ποζάρω ρ μ
  παίρνω μια πόζα έκφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'posing' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση posing στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «posing».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!