march

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations'March', 'march': /ˈmɑːtʃ/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/mɑrtʃ/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling'March', 'march': (märch)


  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: march, Mar

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
March n (3rd month)Μάρτιος ουσ αρσ κύρ
  Μάρτης ουσ αρσ κύρ
 St Patrick's Day is in March.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο Ευάγγελος γιορτάζει τον Μάρτιο.
march vi (military: parade)παρελαύνω ρ αμ
 The army marches before the Queen on her birthday.
 Ο στρατός παρελαύνει μπροστά από τη Βασίλισσα στα γενέθλιά της.
march n (military: parade)παρέλαση ουσ θηλ
 Shall we go and see the Queen's birthday march?
 Θα πάμε να δούμε την παρέλαση για τα γενέθλια της Βασίλισσας;
march n (military: movement)πορεία ουσ θηλ
 The march through the fields lasted four days.
 Η πορεία μέσα από τα χωράφια διήρκησε τέσσερις μέρες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
march n figurative (advancement)εξέλιξη ουσ θηλ
  πρόοδος ουσ θηλ
  (μεταφορικά)πορεία ουσ θηλ
  (επίσημο, μτφ: ιστορία)ρους ουσ αρσ
 The march of technological progress is inevitable.
 Η εξέλιξη της τεχνολογικής προόδου είναι αναπόφευκτη.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αυτά είναι τα γεγονότα που άλλαξαν τον ρου της ιστορίας.
march n (demonstration)πορεία ουσ θηλ
 The protest march included both students and workers.
 Η πορεία των διαδηλωτών περιλάμβανε φοιτητές και εργαζομένους.
march n (travel distance)περπάτημα ουσ ουδ
  με τα πόδια φρ ως επίρ
 Sheepscot is a four-day march from here.
 Το Σίπσκοτ είναι τρεις μέρες περπάτημα από εδώ.
 Το Σίπσκοτ είναι τρεις μέρες με τα πόδια από εδώ.
march n (pace)βηματισμός ουσ αρσ
  βάδισμα ουσ ουδ
  (μεταφορικά)βήμα ουσ ουδ
 At full march, we can cover nearly four miles in an hour.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Αν έχουμε σταθερό βηματισμό (or: βήμα), θα φτάσουμε στον προορισμό μας σε μία ώρα.
march vi figurative (walk purposefully)περπατάω, περπατώ ρ αμ
  βαδίζω ρ αμ
  (κατά λέξη)κινούμαι αποφασιστικά περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Ανάλογα με τα συμφραζόμενα, χρησιμοποιείται ο κατάλληλος προσδιορισμός, πχ «βαδίζω αποφασιστικά» ή «περπατάω με αποφασιστικό βήμα» κλπ.
 She marched to the neighbour's house to demand that they turn down the stereo.
 Περπάτησε με αποφασιστικό βήμα προς το σπίτι του γείτονα, για να απαιτήσει να χαμηλώσουν το στερεοφωνικό.
march on [sth] vi + prep (demonstration: to a place)πραγματοποιώ πορεία προς κτ περίφρ
  κάνω πορεία προς κτ περίφρ
 The protesters will march on Downing Street this afternoon.
march [sb] vtr (military: force to march)οδηγώ ρ μ
  (κατά λέξη)αναγκάζω κάποιον να περπατήσει
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The army marched the captives to the prisoners' camp.
 Ο στρατός οδήγησε τους αιχμαλώτους στο στρατόπεδο κρατουμένων.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Mar,
Mar.
n
written, abbreviation (March)Μαρ., Μαρτ. ουσ αρσ άκλ
 Paul's appointment is on Mar. 15th.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
march | Mar
ΑγγλικάΕλληνικά
march against [sth/sb] vtr phrasal insep (demonstrate, protest about)διαδηλώνω ενάντια σε κτ/κπ περίφρ
 The protesters went to Washington to march against increased taxes.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
march | Mar
ΑγγλικάΕλληνικά
forced march n (long march, faster than usual)βιαστικό περπάτημα, βεβιασμένο περπάτημα, γρήγορο βήμα ουσ ουδ
 The soldiers made a forced march through the night.
frogmarch [sb],
frog-march [sb]
vtr
(force to walk or march)μεταφέρω με τη βία ρ εκφρ
  (καθομ)τσουβαλιάζω ρ μ
funeral march n (funeral procession music)νεκρική πομπή ουσ θηλ
 The military band played a funeral march.
march of time n figurative (relentless passing of time)ο χρόνος που περνάει περίφρ
  το πέρασμα του χρόνου περίφρ
 Throughout the years he remained a royalist, oblivious to the march of time.
march [sb] off vtr + adv (remove [sb] with authority)απομακρύνω ρ μ
march off vi + adv (rhythmically walk away)φεύγω ρ αμ
  αποχωρώ ρ αμ
  αποχωρώ βαδίζοντας αποφασιστικά περίφρ
  φεύγω με αποφασιστικό βήμα περίφρ
march on vi + adv (advance)προχωρώ προς κάπου ρ έκφρ
  (επίσημο)προελαύνω ρ αμ
march out vi + adv (military: leave on foot)φεύγω, αποχωρώ ρ αμ
on the march expr (soldiers, etc.: marching)που κάνουν πορεία περίφρ
  που περπατούν περίφρ
  που προχωρούν περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία ως προς τη σύνταξη.
on the march expr figurative (advancing, progressing)που προχωράει περίφρ
protest march n (public demonstration)πορεία διαμαρτυρίας φρ ως ουσ θηλ
 Hilary and Emma are going on a protest march.
steal a march v expr figurative (gain an advantage) (μεταφορικά)παίρνω προβάδισμα έκφρ
  αποκτώ πλεονέκτημα περίφρ
wedding march (music)γαμήλιο εμβατήριο επίθ + ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'march' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Σε λίστες: Time, περισσότερα…
Συμφράσεις: [last, next, this, the following] March, [2nd, 31st] March, [on, until, through] March 31, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση march στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «march».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!