clomp

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/klɒmp/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/klɑmp/ ,USA pronunciation: respelling(klomp)

  • WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: clomp, clump
Ο όρος 'clomp' παραπέμπει στον όρο 'clump'. Θα τον βρείτε σε μία ή περισσότερες από τις παρακάτω γραμμές.'clomp' is cross-referenced with 'clump'. It is in one or more of the lines below.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clomp vi (tread or march heavily)περπατώ βαριά ρ αμ + επίρ
  ποδοβολώ ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clump n (mass: of hair, etc.) (μαλλιά, τρίχες)τούφα ουσ θηλ
  μάζα ουσ θηλ
  (μεταφορικά)μπάλα ουσ θηλ
 Allison removed a clump of hair from the drain.
 Η Άλισον έβγαλε μια τούφα μαλλιά από το σιφόνι.
clump n (bunch: of grass or flowers) (μεταφορικά)τούφα ουσ θηλ
  (επίσημο)συστάδα ουσ ουδ
 Instead of hitting the golf ball, Rick only managed to dislodge a clump of grass.
 Αντί να χτυπήσει την μπάλα του γκολφ, ο Ρικ κατάφερε μόνο να βγάλει μια τούφα γρασίδι.
clump n (clod: of earth)σβόλος ουσ αρσ
 Break up the clumps of dirt before planting seeds.
 Διάλυσε τους σβόλους του χώματος πριν φυτεύσεις τους σπόρους.
clump vi (be gathered or clustered)μαζεύομαι, συγκεντρώνομαι ρ αμ
  (όχι άνθρωποι)συσσωματώνομαι ρ αμ
 The teenagers clumped in a corner, wary of spending time with adults.
 Οι έφηβοι μαζεύτηκαν σε μια γωνιά, μη θέλοντας να περάσουν χρόνο με τους ενήλικες.
clump [sth] with [sth] vtr + prep (gather, cluster) (κτ μαζί με κτ)μαζεύω, βάζω ρ μ
  ομαδοποιώ ρ μ
 The toddler clumped the red beads with the yellow ones.
 Το νήπιο μάζεψε τις κόκκινες χάντρες μαζί με τις κίτρινες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
clump n figurative (small gathering: of people, etc.)ομάδα, παρέα ουσ θηλ
  (ανεπίσημο)τσούρμο ουσ ουδ
 A clump of girls giggled in the hallway.
clump n (heavy footfall) (δυνατός βαθύς ήχος)βρόντος ουσ αρσ
  (των ποδιών)χτύπημα ουσ ουδ
  (ήχος βήματος)βαρύ βήμα επίθ + ουσ ουδ
 Freddy could hear the clump of footsteps getting closer.
clump [sth/sb] in with [sth/sb] v expr informal, figurative (include with)βάζω κπ/κτ μαζί με κπ/κτ έκφρ
  συμπεριλαμβάνω κπ/κτ σε κπ/κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη, μεταφορικά)βάζω κπ/κτ στο ίδιο τσουβάλι με κπ/κτ έκφρ
  (καθομιλουμένη)τσουβαλιάζω κπ/κτ μαζί με κπ/κτ έκφρ
 Don't clump me in with the troublemakers--I've never done anything wrong!
clump,
clomp
vi
(trudge)περπατάω με βαριά βήματα, περπατάω βαριά περίφρ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)σέρνομαι ρ αμ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)σέρνω τα πόδια μου έκφρ
 Wearily, Rudy clumped up the stairs to his bedroom.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
clump | clomp
ΑγγλικάΕλληνικά
clump along vi phrasal (trudge, walk heavily)περπατώ βαριά, περπατώ αργά ρ αμ + επίρ
clump along [sth] vtr phrasal insep (trudge along: a road, etc.)περπατώ βαριά σε κτ, περπατώ αργά σε κτ ρ αμ + επίρ
  (ανάλογα τη φορά της κίνησης)κατεβαίνω με βαριά βήματα, κατεβαίνω βαριοπατώντας έκφρ
  ανεβαίνω με βαριά βήματα, ανεβαίνω βαριοπατώντας έκφρ
clump [sth] together,
clump together [sth]
vtr phrasal sep
(gather, stick together)συγκεντρώνω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
clump | clomp
ΑγγλικάΕλληνικά
clump together vi + adv (be stuck in a cluster)συγκεντρώνομαι ρ αμ
  ομαδοποιούμαι ρ αμ
  (για πράγμα)σχηματίζω στερεή μάζα περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'clomp' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση clomp στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «clomp».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!