grown

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgrəʊn/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/groʊn/ ,USA pronunciation: respelling(grōn)

From the verb grow: (⇒ conjugate)
grown is: Click the infinitive to see all available inflections
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: grown, grow

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grown adj (adult, mature)ενήλικος επίθ
  ενήλικας ουσ αρσ/θηλ
  (μεταφορικά, καθομ)μεγάλος επίθ
 Jenny is a grown woman and she can handle herself.
 Η Τζένυ είναι ενήλικη και μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της.
 Η Τζένυ είναι μεγάλη γυναίκα και μπορεί να τα βγάλει πέρα μόνη της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grow vi (increase in size)γίνομαι πιο περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Συνήθως χρησιμοποιείται το ρήμα που σχηματίζεται από το επίθετο της αγγλικής πρότασης, πχ ψηλώνω, μεγαλώνω, παχαίνω κλπ.
 At puberty, she will grow taller.
 Στην εφηβεία θα γίνει πιο ψηλή.
grow vi (expand)αναπτύσσομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)μεγαλώνω ρ αμ
 Our company has grown rapidly this year.
 Η επιχείρηση μας έχει αναπτυχθεί πολύ φέτος.
 Η επιχείρηση μας έχει μεγαλώσει πολύ φέτος.
grow vi (increase)αυξάνομαι ρ αμ
 The population will grow rapidly.
 Ο πληθυσμός θα αυξηθεί ραγδαία.
grow vi (thrive)ευδοκιμώ, ευημερώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)φυτρώνω ρ αμ
 Not many trees can grow in the desert.
 Δεν ευδοκιμούν πολλά δέντρα στην έρημο.
grow from [sth] vi + prep (develop, arise) (από κάτι)αναπτύσσομαι ρ αμ
  εξελίσσομαι ρ αμ
 The business grew from a small family firm to a multimillion pound business.
 Η επιχείρηση εξελίχθηκε από μια μικρή οικογενειακή εταιρεία σε μια επιχείρηση δισεκατομμυρίων.
grow [sth] vtr (cultivate)καλλιεργώ ρ μ
 They grow a lot of wheat in this region.
 Καλλιεργούν πολύ σιτάρι σε αυτή την περιοχή.
grow [sth] vtr (facial hair) (μεταφορικά)αφήνω ρ μ
 He's growing a beard.
 Αφήνει μούσι.
grow to do [sth] vi + prep (feel after time)καταλήγω να κάνω κτ έκφρ
  φθάνω στο σημείο να κάνω κτ, φτάνω στο σημείο να κάνω κτ έκφρ
  κάνω κτ με τον καιρό έκφρ
 He grew to appreciate her presence.
 Κατέληξε να εκτιμά την παρουσία της.
 Με τον καιρό, εκτίμησε την παρουσία της.
grow vi (mature)ωριμάζω ρ αμ
 I hope this experience will help him to grow.
 Ελπίζω αυτή η εμπειρία να τον βοηθήσει να ωριμάσει.
grow vi (+ adj: become) (Δεν υπάρχει αντιστοιχία.)-
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται το ρήμα που αντιστοιχεί στο επίθετο της αγγλικής πρότασης.
 We soon grew tired of her temper tantrums.
 Σύντομα βαρεθήκαμε τα πείσματά της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grow on [sth] vi + prep (plant: growth habit)φυτρώνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 According to folklore, moss grows on the north side of trees.
 Σύμφωνα με την παράδοση, τα βρύα φυτρώνουν στη βόρεια πλευρά των δέντρων.
grow over [sth] vi + prep (grow across [sth])φυτρώνω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 Ivy grew all over the building's façade.
grow [sth] vtr (business: develop)αναπτύσσω ρ μ
  (καθομιλουμένη)μεγαλώνω ρ μ
 Social networking can help you to grow your business.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
grow | grown
ΑγγλικάΕλληνικά
grow apart vi phrasal figurative (friends: become less intimate) (μεταφορικά)απομακρύνομαι, χάνομαι ρ αμ
 We were best friends in high school, but we have since grown apart.
grow away from [sb] vtr phrasal insep figurative (lose attachment)απομακρύνομαι από κπ, αποστασιοποιούμαι από κπ ρ αμ
  (μεταφορικά)χάνομαι ρ αμ
 Children gradually grow away from their parents and form their own identities.
grow back vi phrasal (hair, etc.: regrow)ξαναβγαίνω, ξαναφυτρώνω ρ αμ
 After I shaved my head, my hair grew back at a surprising rate.
grow into [sth] vtr phrasal insep (become when mature)εξελίσσομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  γίνομαι ρ αμ
 If it survives, a tadpole will grow into a frog.
grow into [sth] vtr phrasal insep figurative (get better at [sth])βελτιώνομαι σε κτ ρ αμ
  μαθαίνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)τα πάω καλύτερα σε κτ έκφρ
 I'm finding the new job rather difficult at the moment, but I'm hoping to be able to grow into it as time goes by.
grow into [sth] vtr phrasal insep (become big enough for: clothing) (κατά λέξη: για ρούχο)μεγαλώνω αρκετά ώστε να μου κάνει κτ περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 These trousers are too big for my daughter at the moment but she'll grow into them.
grow [sth] out vtr phrasal sep (hairstyle: allow to lengthen) (μαλλιά)μακραίνω ρ αμ
 Last year I cut my hair very short, but now I am letting it grow out.
 Πέρσι έκοψα τα μαλλιά μου πολύ κοντά αλλά τώρα τα αφήνω να μακρύνουν.
grow out vi phrasal (hairstyle: lengthen)μακραίνω ρ αμ
 Sara wears hair clips while her bangs are growing out.
grow out of [sth] vtr phrasal insep (clothing: outgrow) (ρούχο, παπούτσι)μεγαλώνω και κτ δε μου κάνει πια, μεγαλώνω και κτ δε μου χωράει πια περίφρ
 Children at that age grow out of their clothes so quickly.
 Τα παιδιά αυτής της ηλικίας μεγαλώνουν και πολύ γρήγορα δεν τους κάνουν πια τα ρούχα τους.
grow out of [sth] vtr phrasal insep figurative (habit: outgrow)ξεπερνάω ρ μ
  μου περνάει περίφρ
  (κατά λέξη)ξεπερνάω καθώς μεγαλώνω περίφρ
 Richard grew out of the habit of sucking his thumb.
 Ο Ρίτσαρντ ξεπέρασε τη συνήθεια να πιπιλάει τον αντίχειρά του.
grow out of [sth] vtr phrasal insep (originate, develop)προέρχομαι από κτ ρ αμ + πρόθ
  (μεταφορικά)πηγάζω από κτ ρ αμ + πρόθ
 The idea grew out of discussions between leading organizations in the environment sector.
 Η ιδέα προέκυψε από συζητήσεις μεταξύ κορυφαίων οργανισμών του περιβαλλοντολογικού κλάδου.
grow up vi phrasal (become adult or mature)μεγαλώνω ρ αμ
 I grew up in a village in Southern England.
 As a child, Kenny wanted to be a policeman when he grew up.
 Μεγάλωσα σ' ένα χωριό στη Νότια Αγγλία.
grow up vi phrasal figurative (assume adult responsibility) (μεταφορικά)μεγαλώνω ρ αμ
  ωριμάζω ρ αμ
 I wish my brother would grow up and get a place of his own.
 Μακάρι ο αδερφός μου να μεγάλωνε και να έβρισκε δικό του σπίτι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
grown | grow
ΑγγλικάΕλληνικά
full-grown,
fully grown,
fully-grown
adj
(mature, fully developed)πλήρως ανεπτυγμένος επίρ + επίθ
  ώριμος επίθ
grown child,
plural: grown children
n
(adult offspring)ενήλικα παιδιά επίθ + ουσ ουδ πλ
  (καθομιλουμένη)μεγάλα παιδιά επίθ + ουσ ουδ πλ
  (επίσημο)ενήλικα τέκνα επίθ + ουσ ουδ πλ
grown man n (adult male)ενήλικας ουσ αρσ
  (μεταφορικά)μεγάλος επίθ ως ουσ αρσ
  (μτφ, εμφατικός τύπος)ολόκληρος άντρας επίθ + ουσ αρσ
 His story was so sad, it could make grown men cry.
grown woman n (adult female)μεγάλη γυναίκα επίθ + ουσ θηλ
  (μτφ, εμφατικός τύπος)ολόκληρη γυναίκα επίθ + ουσ θηλ
 She dresses like a grown woman, but she's still a young girl.
grown-up,
also US: grownup
n
informal (adult person)ενήλικας ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, μτφ, παιδικό)μεγάλος, μεγάλη επίθ ως ουσ
 It's a movie for grown-ups; it's certainly not for children.
 Not now, sweetie; the grownups are talking.
 Είναι ταινία για μεγάλους, σε καμία περίπτωση δεν κάνει για παιδιά. // Όχι τώρα γλυκιά μου, μιλάνε οι μεγάλοι.
grown-up,
grown up,
also US: grownup
adj
informal (adult, mature)ενήλικος επίθ
 Cindy has three grownup children.
 Η Σίντυ έχει τρία ενήλικα παιδιά.
grown-up adj informal (suitable for adults)για ενήλικες περίφρ
  (καθομιλουμένη, μτφ, παιδικό)για μεγάλους περίφρ
 Go to your room Maggie; this is a grown-up conversation.
grown-up,
grown up
adj
informal (like an adult)που δείχνει ότι είμαι ενήλικας περίφρ
  που δείχνει ότι έχω μεγαλώσει περίφρ
  (καθομιλουμένη: συνήθως αρνητικό)μεγαλίστικος επίθ
 The little girl thought it was very grown-up to wear lipstick.
grown-up,
grown up
adv
informal (like an adult)σαν ενήλικας φρ ως επίρ
  (καθομιλουμένη, μτφ, παιδικό)σαν μεγάλος φρ ως επίρ
 The young girl tried to act grown-up to impress her parents' friends.
homegrown,
home-grown
adj
(grown at home)σπιτικός, σπιτίσιος επίθ
 The family ate turkey and homegrown vegetables at Thanksgiving dinner.
homegrown,
home-grown
adj
(grown locally)τοπικός, ντόπιος επίθ
 You can buy homegrown vegetables at the local farmers' market.
homegrown,
home-grown
adj
figurative (native, local)ντόπιος, τοπικός επίθ
 Renren is China's homegrown version of Facebook.
well-grown,
well grown
adj
(having good development)που έχει αναπτυχθεί ικανοποιητικά περίφρ
  που έχει ικανοποιητική ανάπτυξη περίφρ
  (πιο απλά)μεγάλος επίθ
 There are several well-grown trees in the garden.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grown' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is a grown [man, woman, adult], am a grown man (now), is [full, fully] -grown, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grown στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «grown».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!