grower

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈgrəʊər/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(grōər)

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
grower n (person who cultivates [sth])καλλιεργητής, καλλιεργήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
 The local vegetable growers have been having a good year.
a grower n informal ([sth] that increases in appeal)που αρέσει όλο και περισσότερο περίφρ
  που σε κερδίζει περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 I wasn't keen on the song to begin with, but it's a grower.
 Δε μου πολυάρεσε το τραγούδι αρχικά, αλλά τώρα μ' αρέσει όλο και περισσότερο.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
winegrower,
wine grower
n
(person: grows grapes)αμπελουργός ουσ αρσ/θηλ
winegrower,
wine grower
n
(country: produces wine)οινοπαραγωγός ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'grower' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση grower στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «grower».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!