| Κύριες μεταφράσεις |
| experience n | (perceptions over time) (μέσα στον χρόνο) | εμπειρία, πείρα ουσ θηλ |
| | Our experience has been that people don't pay unless we send them reminders. |
| | Η εμπειρία (or: πείρα) μας λέει ότι κανένας δεν πληρώνει αν δεν στείλουμε υπενθυμίσεις πληρωμής. |
| experience n | (personal event) (προσωπικό γεγονός) | εμπειρία ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | βίωμα ουσ ουδ |
| | My divorce was a very difficult experience. |
| | Το διαζύγιό μου ήταν μια πολύ κακή εμπειρία. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ένα τραυματικό βίωμα σε παιδική ηλικία μπορεί να σημαδέψει το άτομο. |
| experience n | (knowledge) | εμπειρία, πείρα ουσ θηλ |
| | She has had a lot of experience working with prisoners. |
| | It is better to learn by experience than from books. |
| | Είχε μεγάλη εμπειρία στο να εργάζεται με φυλακισμένους. // Είναι καλύτερα να μαθαίνεις μέσω της εμπειρίας πάρα από τα βιβλία. |
| experience n | (event: adventure) | περιπέτεια ουσ θηλ |
| | My trip round the world was quite an experience. |
| | Ο γύρος του κόσμου που έκανα ήταν αληθινή περιπέτεια. |
| experience [sth]⇒ vtr | (emotion, sensation: feel) (σωματική αίσθηση) | αισθάνομαι, νιώθω ρ μ |
| | (επίσ: συναίσθημα) | βιώνω ρ μ |
| | (λόγιο: υποβάλλομαι σε) | υφίσταμαι ρ μ |
| | I'm experiencing a lot of pain in my knee. |
| | Αισθάνομαι (or: νιώθω) έντονο πόνο στο γόνατό μου. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πολλές φορές ο μετανάστης βιώνει ταπεινώσεις και προσβολές. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Πολλές φορές ο μετανάστης υφίσταται ταπεινώσεις και προσβολές. |
| experience [sth] vtr | (undergo) | ζω ρ μ |
| | | βιώνω ρ μ |
| | | περνάω ρ μ |
| | (κατάσταση) | βρίσκομαι σε ρ αμ + πρόθ |
| | She experienced the worst time of her life in that prison. |
| | The country is experiencing an unprecedented economic boom. |
| | Έζησε τις χειρότερες στιγμές της ζωής της σε εκείνη φυλακή. |
| | Η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση πρωτοφανούς οικονομικής ανάπτυξης. |
Σύνθετοι τύποι:
|
| customer experience n | (consumer satisfaction) | εμπειρία του πελάτη περίφρ |
| dining experience n | (enjoyment of a meal) (αναφορά στο φαγητό) | γευστική εμπειρία επίθ + ουσ θηλ |
| | (γενικά: χώρος, σέρβις κλπ) | εμπειρία ουσ θηλ |
| | Eating in a five-star restaurant makes for a memorable dining experience. |
| experience of a lifetime n | figurative (rare and special event) | μοναδική εμπειρία επίθ + ουσ θηλ |
| from experience adv | (having experienced it oneself) | εκ πείρας, από εμπειρία επίρ |
| Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός |
| | She knew from experience that the relationship was going nowhere. |
| from my own experience expr | (having experienced it myself) | εκ πείρας, από εμπειρία φρ ως επίρ |
| Σχόλιο: επιρρηματικός προσδιορισμός |
| | From my own experience, a law degree is very time-consuming. |
| learn by experience v expr | (gain practical understanding) | μαθαίνω εμπειρικά/πρακτικά έκφρ |
| | No matter how many education classes you take, as a teacher you will primarily learn by experience in the classroom. |
| learn by experience v expr | (discover at first hand) | μαθαίνω από πρώτο χέρι έκφρ |
| | If you won't listen to me, I guess you'll just have to learn by experience. |
| mystical experience n | (spiritual encounter) | μυστικιστική εμπειρία ουσ θηλ |
| | Science can often provide ordinary explanations for what other people believe are mystical experiences. |
| near-death experience n | (coming close to death) | επιθανάτια εμπειρία επίθ + ουσ θηλ |
| new experience n | ([sth] one has never before seen, heard, etc.) | νέα εμπειρία, καινούρια εμπειρία επίθ + ουσ θηλ |
| out-of-body experience n | (neurological sensation) | εξωσωματική εμπειρία επίθ + ουσ θηλ |
| speaking from experience adv | informal (what I have learned personally is that) | με βάση την εμπειρία μου φρ ως επίρ |
| | (λόγιος) | μιλώντας εκ πείρας φρ ως επίρ |
| wilderness experience n | (holiday in a remote place) | εμπειρία της άγριας φύσης περίφρ |
| work experience n | (temporary job placement) | πρακτική ουσ θηλ |
| | All students on the course undertake a period of work experience. |
| work experience n | US (professional experience) | εργασιακή εμπειρία επίθ + ουσ θηλ |
| | | προϋπηρεσία ουσ θηλ |
| | To apply for the position, please provide a detailed description of your work experience. |
| | Για να υποβάλετε αίτηση για τη θέση, παρακαλώ περιγράψτε αναλυτικά την εργασιακή εμπειρία σας. |