doom

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈduːm/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/dum/ ,USA pronunciation: respelling(do̅o̅m)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
doom n (person: death) (ευφημισμός: θάνατος)μοίρα ουσ θηλ
  τέλος ουσ ουδ
 The knight faced the dragon, sure he was looking his doom in the eye.
 Ο ιππότης κοίιταξε τον δράκο, σίγουρος πως αντίκριζε το τέλος του κατάματα.
doom n (terrible fate)καταδίκη ουσ θηλ
  μοίρα ουσ θηλ
 Sisyphus's doom was to spend eternity rolling a rock up a mountain.
 Η αιώνια καταδίκη του Σίσυφου ήταν να κυλάει έναν βράχο πάνω σε ένα βουνό.
doom n (failure)καταστροφή ουσ θηλ
 Poor financial management led to the company's doom.
 Η κακή οικονομική διαχείριση οδήγησε στην καταστροφή της επιχείρησης.
doom [sb/sth] to [sth] vtr + prep often passive (condemn to [sth])καταδικάζω κπ/κτ σε κτ ρ μ + πρόθ
  (εγώ ο ίδιος)είμαι καταδικασμένος σε κτ έκφρ
 A poor education system doomed the children to a life of low-paid work.
 We are doomed to continue making the same mistakes.
 Το ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα καταδίκασε τα παιδιά σε μια ζωή χαμηλόμισθης εργασίας.
doom [sb/sth] vtr often passive (to death or terrible fate) (εγώ ο ίδιος)είμαι καταδικασμένος ρ έκφρ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)είμαι καταραμένος ρ έκφρ
  (κάποιον/κάτι)καταδικάζω ρ μ
  (ανεπίσημο, μεταφορικά)καταριέμαι ρ μ
 The child was doomed from the moment of his birth.
 Το παιδί ήταν καταδικασμένο απ' τη στιγμή της γέννησής του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
doom and gloom,
gloom and doom
n
informal (pessimistic outlook)απογοήτευση ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)μαυρίλα, μιζέρια ουσ θηλ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The news on TV these days is nothing but doom and gloom.
doom [sb/sth] to failure v expr often passive (cause to fail)καταδικάζω σε αποτυχία περίφρ
  (εγώ ο ίδιος)είμαι καταδικασμένος να αποτύχω περίφρ
 Not having the right people for the job doomed the project to failure.
 Δεν είχαν τα κατάλληλα άτομα και αυτό καταδίκασε το έργο σε αποτυχία.
 Το έργο ήταν καταδικασμένο να αποτύχει καθώς δεν είχαν τα κατάλληλα άτομα.
doom-monger,
prophet of doom
n
(pessimistic person) (μεταφορικά)Κασσάνδρα ουσ θηλ
  καταστροφολόγος ουσ αρσ/θηλ
doomscroll,
doom-scroll
vtr
(compulsively read bad news)διαβάσω αδιάκοπα δυσάρεστες ειδήσεις, σαν από βίτσιο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
doomscrolling,
doom-scrolling
n
(compulsively reading bad news)αδιάκοπη ανάγνωση δυσάρεστων ειδήσεων, σαν από βίτσιο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'doom' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [impending, inevitable, sudden] doom, a [prophet, bearer] of doom, is [destined, heading] for doom, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση doom στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «doom».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!