rely

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/rɪˈlaɪ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/rɪˈlaɪ/ ,USA pronunciation: respelling(ri lī)

Inflections of 'rely' (v): (⇒ conjugate)
relies
v 3rd person singular
relying
v pres p
relied
v past
relied
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
rely on [sth],
rely upon [sth]
vtr phrasal insep
(depend on) (σε κάτι)βασίζομαι ρ μ
 Can you rely on that car?
 Μπορείς να βασιστείς σε αυτό το αμάξι;
rely on [sb],
rely upon [sb]
vtr phrasal insep
(have trust in) (σε κάποιον)βασίζομαι, στηρίζομαι ρ μ
  (κάποιον)εμπιστεύομαι ρ μ
 Can you rely on her?
 Μπορείς να βασιστείς (or: στηριχθείς) σε εκείνη;
 Μπορείς να την εμπιστευτείς;
rely on [sb],
rely upon [sb]
vtr phrasal insep
(be dependent on) (σε κάποιον)βασίζομαι, στηρίζομαι ρ μ
 My mother relies on me to go shopping for her.
 Η μητέρα μου βασίζεται (or: στηρίζεται) σε μένα για να κάνω τα ψώνια για λογαριασμό της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'rely' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: rely on your [parents, friends], rely on your [parents] for [economic, emotional, financial] support, rely [more, less] on, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση rely στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «rely».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!