decisive

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈsaɪsɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/dɪˈsaɪsɪv/ ,USA pronunciation: respelling(di sī′siv)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
decisive adj (conclusive, deciding)αποφασιστικός επίθ
 The weather will play a decisive role in today's activities.
 Ο καιρός θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στις δραστηριότητες της ημέρας.
decisive adj (person: making firm decisions) (άτομο)αποφασιστικός επίθ
 He's never very decisive in his personal relationships.
 Στις προσωπικές του σχέσεις δεν είναι ποτέ πολύ αποφασιστικός.
decisive adj (definite, certain) (απόλυτος, βέβαιος)αποφασιστικός επίθ
 The party won a decisive majority in the local elections.
 Στις τοπικές εκλογές το κόμμα επικράτησε με αποφασιστική πλειοψηφία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
decisive moment n (moment of crucial importance)αποφασιστική στιγμή έκφρ
 We have reached the decisive moment in the peace talks.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'decisive' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: in a decisive victory (against), won a decisive battle (against), made a decisive error, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση decisive στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «decisive».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!