deciding

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/dɪˈsaɪdɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(di sīding)

From the verb decide: (⇒ conjugate)
deciding is: Click the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: deciding, decide

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
deciding adj (crucial, determining)αποφασιστικός επίθ
 The deciding factor will be the budget.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
decide vi (choose)αποφασίζω ρ αμ
  (επίσημο)αποφαίνομαι ρ αμ
 Do I want cake or ice cream? I can't decide!
 Θέλω τούρτα ή παγωτό; Δεν μπορώ να αποφασίσω!
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το δικαστήριο αποφάνθηκε και έκρινε ότι ο κατηγορούμενος είναι ένοχος.
decide (between [sth] and [sth]) vi + prep (choose from among) (ανάμεσα σε δυο πράγματα)αποφασίζω ρ αμ
  επιλέγω ρ αμ
 I couldn't decide between the two dresses, so I bought both.
 Δε μπορούσα να αποφασίσω ανάμεσα στα δύο φορέματα, οπότε τα αγόρασα και τα δύο.
decide to (do [sth]) vi + prep (resolve) (να κάνω κτ)αποφασίζω ρ μ
  (να κάνω κτ)παίρνω απόφαση περίφρ
 Lucy decided to do something about her messy hair.
 Η Λούση αποφάσισε να κάνει κάτι με τα απεριποίητα μαλλιά της.
decide on (doing) [sth] vi + prep (opt for) (κάτι ή να κάνω κάτι)επιλέγω ρ μ
  (να κάνω κάτι)αποφασίζω ρ μ
 They decided on a cruise for their holiday.
 Επέλεξαν μια κρουαζιέρα για τις διακοπές τους.
decide against [sth] vi + prep (reject an option)αποφασίζω να μην κάνω κτ έκφρ
  αποφασίζω ότι δεν θέλω κτ έκφρ
 Sarah decided against a third cupcake as she was full.
 Η Σάρα αποφάσισε να μην φάει τρίτο κεΐκάκι μια που είχε χορτάσει.
decide against doing [sth] v expr (choose not to)αποφασίζω να μην κάνω κτ έκφρ
 I decided against going on holiday this year, since I had just lost my job.
 Αποφάσισα να μην πάω διακοπές φέτος, αφού είχα μόλις χάσει τη δουλειά μου.
decide,
decide that
vtr
(with clause: conclude)αποφασίζω ότι/πως ρ μ
 Wendy decided it was time to leave home and get her own apartment.
decide [sth] vtr (resolve a question, doubt)αποφασίζω ρ μ
  αποφασίζω για κτ ρ μ + πρόθ
  αποφασίζω σχετικά με κτ ρ μ
  κρίνω ρ μ
 The party is asking for feedback from the membership before deciding their course of action.
 Their mother decided the issue for them.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
deciding | decide
ΑγγλικάΕλληνικά
deciding factor n ([sth] determining or crucial)καθοριστικός παράγοντας, αποφασιστικός παράγοντας επίθ + ουσ αρσ
 The beautiful garden was the deciding factor when we bought the house.
deciding vote n (vote that determines winner)καθοριστική ψήφος επίθ + ουσ αρσ
 If the result is tied, the chairman will have the deciding vote.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'deciding' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση deciding στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «deciding».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!