capable

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkeɪpəbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈkeɪpəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(kā′pə bəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
capable adj (able to)τα καταφέρνω έκφρ
  μπορώ ρ μ
  (σε κτ)αντεπεξέρχομαι ρ αμ
 Marta is a good worker, but when it comes to overtime, she isn't capable because she gets fatigued quickly.
 Η Μάρθα είναι καλή στη δουλειά της, αλλά στις υπερωρίες δεν τα καταφέρνει γιατί κουράζεται γρήγορα.
capable adj ([sb]: skilful)ικανός επίθ
  καλός επίθ
 Annie is very capable as a researcher.
 Η Άννυ είναι πολύ ικανή ως ερευνήτρια.
capable of [sth] adj + prep (mentally able to, inclined to)ικανός επίθ
 Brad doesn't seem capable of murder, in my opinion.
 Ο Μπραντ δεν φαίνεται ικανός για φόνο κατά τη γνώμη μου.
capable of doing [sth] expr (able to do [sth]) (να κάνω κάτι)μπορώ ρ μ
  (συχνά ενέχει αποδοκιμασία)ικανός επίθ
  (για κάτι που μαθαίνεται)ξέρω ρ μ
 My little boy isn't capable of tying his own shoelaces yet.
 Το αγοράκι μου δεν μπορεί ακόμη να δέσει τα κορδόνια του.
 Το αγοράκι μου δεν ξέρει ακόμη να δέσει τα κορδόνια του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
capable of [sth] adj + prep (situation, etc.: susceptible to [sth]) (με γενική)που επιδέχεται περίφρ
  που έχει περίφρ
 I am confident that this problem is capable of resolution.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
highly capable adj (extremely competent)ικανότατος επίθ
 Although a highly capable politician, on this occasion he completely misjudged the mood of the electorate.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'capable' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: is (not) capable of [being, displaying, producing, handling], am [fully, perfectly, more than] capable (of), wouldn't think he was capable of [murder, fraud], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση capable στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «capable».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!