WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| alignment n | (being straight, in a line) | ευθυγράμμιση ουσ θηλ |
| | I don't think the architect's got this alignment quite right. |
| | Δε νομίζω ότι ο αρχιτέκτονας πέτυχε αρκετά καλά αυτή την ευθυγράμμιση. |
| alignment n | (correct position) | στοίχιση ουσ θηλ |
| | If parts of the circuit are out of alignment, it won't work. |
| | Αν τα μέρη του κυκλώματος δεν είναι σε στοίχιση, δεν θα λειτουργήσει. |
| alignment n | (positioning) | ευθυγράμμιση ουσ θηλ |
| | The mechanic said my car needs an alignment. |
| | Ο μηχανικός είπε ότι το αμάξι μου χρειάζεται ευθυγράμμιση. |
| alignment n | (astronomy: lining up) (αστρονομία) | ευθυγράμμιση ουσ θηλ |
| | Tonight, an unusual alignment of Saturn and Venus will be seen. |
| | Απόψε θα είναι ορατή μια ασυνήθιστη ευθυγράμμιση του Κρόνου και της Αφροδίτης. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: