outlive

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˌaʊtˈlɪv/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˌaʊtˈlɪv/ ,USA pronunciation: respelling(out′liv)

Inflections of 'outlive' (v): (⇒ conjugate)
outlives
v 3rd person singular
outliving
v pres p
outlived
v past
outlived
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
outlive [sb] vtr (live longer than) (σύγκριση)ζω περισσότερο περίφρ
  (καθομ, πιθανώς προσβλητικό, μτφ)θάβω ρ μ
 My grandmother's so full of energy, she's sure to outlive us all!
 Η γιαγιά μου είναι τόσο γεμάτη ενέργεια που σίγουρα θα ζήσει περισσότερο από εμάς!
 Η γιαγιά μου είναι τόσο γεμάτη ενέργεια που σίγουρα θα μας θάψει!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση outlive στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «outlive».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!