occur

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈkɜːr/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/əˈkɝ/ ,USA pronunciation: respelling(ə kûr)

Inflections of 'occur' (v): (⇒ conjugate)
occurs
v 3rd person singular
occurring
v pres p
occurred
v past
occurred
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
occur vi (happen)προκύπτω ρ αμ
 This problem has only occurred once.
 Το πρόβλημα έχει προκύψει μόνο μία φορά.
occur vi (exist)υπάρχω ρ αμ
  εμφανίζομαι ρ αμ
 Does this colour actually occur in nature?
 Υπάρχει αυτό το χρώμα στη φύση;
occur to [sb] vi + prep (enter the mind)περνάω από το μυαλό κάποιου έκφρ
 Did it occur to you that she might object to this?
 Σου πέρασε καθόλου από το μυαλό ότι μπορεί να διαφωνήσει;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
co-occur vi (happen at same time)συμβαίνω ταυτόχρονα ρ αμ + επίρ
  συμπίπτω χρονικά ρ αμ + επίρ
  γίνομαι την ίδια ώρα περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'occur' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: occurred to me that, it [just, never] occurred to me, had it occurred to you (that), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση occur στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «occur».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!