| Κύριες μεταφράσεις |
| line n | (drawn mark) | γραμμή ουσ θηλ |
| | He drew a curved line on the paper to show the shape. |
| | Σχεδίασε μια καμπύλη γραμμή στο χαρτί για να δείξει το σχήμα. |
| line n | (mathematics: continuous extent) (ίσια, χωρίς καμπύλες) | ευθεία ουσ θηλ |
| | | ευθεία γραμμή έκφρ |
| | Plot the straight line and the circle on the same graph. |
| | Σχεδιάστε την ευθεία γραμμή (or: ευθεία) και τον κύκλο στο ίδιο γράφημα. |
| line n | (row) | σειρά ουσ θηλ |
| | He planted a line of potatoes in the garden. |
| | Φύτεψε μια σειρά πατάτες στον κήπο. |
| line n | (row of letters) | γραμμή, σειρά, αράδα ουσ θηλ |
| | The paragraph takes up ten lines in the book. |
| | Η παράγραφος πιάνει δέκα γραμμές (or: σειρές) στο βιβλίο. |
| line n | (rail: between two points) | γραμμή ουσ θηλ |
| | The local metro has two lines; Red and Green. |
| | Το μετρό της περιοχής έχει δύο γραμμές: την κόκκινη και την πράσινη. |
| line n | (company: shipping, bus) | γραμμή ουσ θηλ |
| | This bus line goes to many towns. |
| | Το λεωφορείο αυτής της γραμμής πηγαίνει σε πολλές πόλεις. |
| line n | (wrinkle) | γραμμή ουσ θηλ |
| | The lines on her face have increased with age. |
| | Οι γραμμές του προσώπου της αυξήθηκαν με τα χρόνια. |
| line n | (business: group of products) | σειρά ουσ θηλ |
| | The company has a product line of mobile phones for consumers. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η νέα σειρά προϊόντων αναμένεται να μας αποφέρει μεγάλα κέρδη. |
| line n | US (queue of waiting people, vehicles) | ουρά, σειρά ουσ θηλ |
| | The line for tickets was too long, so we went somewhere else. |
| | Η ουρά (or: σειρά) για τα εισιτήρια ήταν πολύ μεγάλη κι έτσι πήγαμε κάπου αλλού. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| line n | (song) | στίχος ουσ αρσ |
| | The verse has four lines and the chorus has two. |
| | Το κουπλέ έχει τέσσερις στίχους και το ρεφρέν δύο. |
| line n | (poetry) | στίχος ουσ αρσ |
| | 'Shall I compare thee to a summer's day?' is a famous line by Shakespeare. |
| line n | (limit, frontier) | συνοριακή γραμμή επίθ + ουσ θηλ |
| | | συνοριογραμμή ουσ θηλ |
| | The line between North and South Korea is heavily militarized. |
| | Η συνοριακή γραμμή (or: συνοριογραμμή) ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα είναι στρατιωτικοποιημένη. |
| line n | (thick cord) | σπάγκος ουσ αρσ |
| | I need a thick line to tie up this box. |
| | Χρειάζομαι ένα χοντρό σπάγκο, για να δέσω το κουτί. |
| line n | (telephone) | γραμμή ουσ θηλ |
| | The line got disconnected and I called her back. |
| | Κόπηκε η γραμμή και την ξαναπήρα τηλέφωνο. |
| line n | (fishing cord) | πετονιά ουσ θηλ |
| | He tossed the line to the deepest part of the river, trying to catch a fish. |
| | Έριξε την πετονιά στο βαθύτερο σημείο του ποταμού προσπαθώντας να πιάσει ένα ψάρι. |
| line n | (clothesline) | σχοινί ουσ ουδ |
| | (κατά λέξη) | σχοινί απλώματος περίφρ |
| | She hung the clothes on the line to dry. |
| | Άπλωσε τα ρούχα στο σχοινί για να στεγνώσουν. |
| line n | (pipes) | αγωγός ουσ αρσ |
| | The sewage line got blocked and overflowed. |
| | Ο αγωγός της αποχέτευσης έφραξε και ξεχείλισε. |
| line n | informal (short message) | μήνυμα, μηνυματάκι, σημείωμα ουσ ουδ |
| | Drop me a line on Tuesday and we can talk about it then. |
| | Άσε μου ένα μήνυμα (or: μηνυματάκι) την Τρίτη και θα τα πούμε τότε. |
| line of [sth] n | (thought, policy) | ειρμός ουσ αρσ |
| | His line of thought is consistent with that of the religious authorities. |
| | Ο ειρμός των σκέψεών του συνάδει με τις απόψεις των θρησκευτικών αρχών. |
| line n | (route, direction) (μεταφορικά) | πορεία ουσ θηλ |
| | Follow the line of the mountains and you will get to the town. |
| | Ακολούθησε την πορεία των βουνών και θα βρεθείς στην πόλη. |
| line n | (beings with common ancestry) | γενιά, οικογένεια ουσ θηλ |
| | (επίσημο) | οίκος ουσ αρσ |
| | This line of kings dates back to the fourteenth century. |
| | Αυτή η βασιλική γενιά χρονολογείται από τον 14ο αιώνα. |
| | Αυτός ο βασιλικός οίκος χρονολογείται από τον 14ο αιώνα. |
| line n | slang (prepared excuse) | ατάκα ουσ θηλ |
| | He tried to pick her up with the old line: "Have we met before?" |
| | Προσπάθησε να την προσεγγίσει χρησιμοποιώντας την παλιά ατάκα: «Σε έχω ξαναδεί κάπου;» |
| line n | often plural (contour, design) | γραμμή ουσ θηλ |
| | The new car was admired for its beautiful curved lines. |
| | Θαύμασαν το καινούριο αυτοκίνητο για τις ωραίες καμπυλωτές γραμμές του. |
| line n | (military: fortifications) | γραμμή ουσ θηλ |
| | The three lines of defence against the enemy didn't stop them. |
| | Οι τρεις αμυντικές γραμμές κατά του εχθρού δεν ήταν αρκετές για να τον σταματήσουν. |
| line n | often plural (military: formation) | γραμμή ουσ θηλ |
| | The soldiers moved forward in lines. |
| | Οι στρατιώτες προχώρησαν σε γραμμές. |
| line n | (business: operations managers) (αδόκιμο) | γραμμής ουσ θηλ |
| Σχόλιο: Με τον όρο line management περιγράφεται ο τρόπος διοίκησης μιας εταιρείας με επιμέρους διευθυντές/προϊσταμένους ανά τμήμα και συνήθως δεν μεταφράζεται. |
| | I will ask my line manager for her advice before talking to the boss. |
| line n | (business: assembly line) | γραμμή ουσ θηλ |
| | The assembly line runs twenty-four hours a day, seven days a week. |
| | Η γραμμή παραγωγής λειτουργεί όλη μέρα, κάθε μέρα. |
| line n | informal (lie) (μτφ, καθομ) | παραμύθι ουσ ουδ |
| | She fed me some line about the dog eating her homework. |
| | Μου είπε ένα παραμύθι ότι ο σκύλος έφαγε την εργασία της. |
| line n | (American football) | γραμμή ουσ θηλ |
| | He plays on the offensive line, and protects the quarterback. |
| | Παίζει στην επιθετική γραμμή και προστατεύει τον αμυντικό. |
| line n | (actor: text to speak) | ατάκα ουσ θηλ |
| | | λόγια ουσ ουδ πλ |
| | She kept forgetting the line she was supposed to say before her exit. |
| | Ξεχνούσε συνεχώς την ατάκα που έπρεπε να πει πριν φύγει από τη σκηνή. |
| line n | (railway: track) | γραμμή ουσ θηλ |
| | (κατά λέξη) | σιδηροδρομική γραμμή επίθ + ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | γραμμή του τρένου φρ ως ουσ θηλ |
| | A fallen tree on the line has delayed trains running between London and Manchester. |
| lines npl | (actor's words) | λόγια ουσ ουδ πλ |
| | The actor lost his job because he couldn't remember his lines in the movie. |
| | Ο ηθοποιός έχασε τη δουλειά γιατί δε θυμόταν τα λόγια του στην ταινία. |
| line⇒ vi | (take position) | παρατάσσομαι ρ αμ |
| | (επίσημο) | στοιχίζομαι ρ αμ |
| | | μπαίνω στη σειρά περίφρ |
| | Please line up here and we will see you one at a time. |
| | Παραταχθείτε εδώ και θα σας δούμε έναν-έναν. |
| line [sth]⇒ vtr | (baseball: hit a line drive) | ρίχνω με ευθεία βολή περίφρ |
| | He lined the ball to center field and got to first base. |
| | Έριξε τη μπάλα με ευθεία βολή στο κέντρο και πήγε στην πρώτη βάση. |
| line [sth] vtr | (mark with lines) | τραβάω γραμμές περίφρ |
| | | διαγραμμίζω ρ μ |
| | | κάνω διαγράμμιση περίφρ |
| | The teacher told the pupils to line their blank sheets of paper before writing on them. |
| | Ο δάσκαλος είπε στους μαθητές να τραβήξουν γραμμές στα λευκά φύλλα χαρτιού πριν αρχίσουν να γράφουν. |
| line [sth] vtr | (add lining) | επενδύω ρ μ |
| | (μεταφορικά) | ντύνω ρ μ |
| | (μεταφορικά) | στρώνω ρ μ |
| | (συνήθως για ύφασμα) | φοδράρω ρ μ |
| | Sophie lined the inside of the box with paper to protect the contents. |
| | Line your baking tin with greaseproof paper, so the cake won't stick. |
| | Η Σόφι επένδυσε το εσωτερικό του κουτιού με χαρτί για να προστατεύσει το περιεχόμενο. |
| | Στρώσε τη λαμαρίνα με λαδόκολλα για να μην κολλήσει το κέικ. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Λέω να φοδράρω το παλτό που ράβω για να γίνει πιο ζεστό. |
| line [sth] vtr | (be lining) | καλύπτω εσωτερικά ρ αμ + επίρ |
| | The paper lined the sides of the box. |
| | Το χαρτί κάλυπτε εσωτερικά τις πλευρές του κουτιού. |