lining

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈlaɪnɪŋ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈlaɪnɪŋ/ ,USA pronunciation: respelling(lī′ning)

From the verb line: (⇒ conjugate)
lining is: ⓘClick the infinitive to see all available inflections
v pres p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: lining, line

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lining n (fabric on inside of garment, etc.)επένδυση ουσ θηλ
  (από ύφασμα, σε ρούχο)φόδρα ουσ θηλ
 The lining of Ben's coat was too thin and it didn't keep him warm in the winter.
 Η επένδυση στο παλτό του Μπεν ήταν πολύ λεπτή και δεν τον κρατούσε ζεστό τον χειμώνα.
lining n (inside coating of container)επένδυση ουσ θηλ
 The pot had a Teflon® lining so that food wouldn't stick to it.
 Η κατσαρόλα είχε επένδυση από Teflon® ώστε να μην κολλάει το φαγητό.
lining n (adding extra fabric)επένδυση ουσ θηλ
 The lining of each piece is done before they are sewn together.
lining n (anatomy: inside of an organ)επίστρωση ουσ θηλ
 An excess of aspirin can erode the lining of the stomach.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
line n (drawn mark)γραμμή ουσ θηλ
 He drew a curved line on the paper to show the shape.
 Σχεδίασε μια καμπύλη γραμμή στο χαρτί για να δείξει το σχήμα.
line n (mathematics: continuous extent) (ίσια, χωρίς καμπύλες)ευθεία ουσ θηλ
  ευθεία γραμμή έκφρ
 Plot the straight line and the circle on the same graph.
 Σχεδιάστε την ευθεία γραμμή (or: ευθεία) και τον κύκλο στο ίδιο γράφημα.
line n (row)σειρά ουσ θηλ
 He planted a line of potatoes in the garden.
 Φύτεψε μια σειρά πατάτες στον κήπο.
line n (row of letters)γραμμή, σειρά, αράδα ουσ θηλ
 The paragraph takes up ten lines in the book.
 Η παράγραφος πιάνει δέκα γραμμές (or: σειρές) στο βιβλίο.
line n (rail: between two points)γραμμή ουσ θηλ
 The local metro has two lines; Red and Green.
 Το μετρό της περιοχής έχει δύο γραμμές: την κόκκινη και την πράσινη.
line n (company: shipping, bus)γραμμή ουσ θηλ
 This bus line goes to many towns.
 Το λεωφορείο αυτής της γραμμής πηγαίνει σε πολλές πόλεις.
line n (wrinkle)γραμμή ουσ θηλ
 The lines on her face have increased with age.
 Οι γραμμές του προσώπου της αυξήθηκαν με τα χρόνια.
line n (business: group of products)σειρά ουσ θηλ
 The company has a product line of mobile phones for consumers.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η νέα σειρά προϊόντων αναμένεται να μας αποφέρει μεγάλα κέρδη.
line n US (queue of waiting people, vehicles)ουρά, σειρά ουσ θηλ
 The line for tickets was too long, so we went somewhere else.
 Η ουρά (or: σειρά) για τα εισιτήρια ήταν πολύ μεγάλη κι έτσι πήγαμε κάπου αλλού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
line n (song)στίχος ουσ αρσ
 The verse has four lines and the chorus has two.
 Το κουπλέ έχει τέσσερις στίχους και το ρεφρέν δύο.
line n (poetry)στίχος ουσ αρσ
 'Shall I compare thee to a summer's day?' is a famous line by Shakespeare.
line n (limit, frontier)συνοριακή γραμμή επίθ + ουσ θηλ
  συνοριογραμμή ουσ θηλ
 The line between North and South Korea is heavily militarized.
 Η συνοριακή γραμμή (or: συνοριογραμμή) ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα είναι στρατιωτικοποιημένη.
line n (thick cord)σπάγκος ουσ αρσ
 I need a thick line to tie up this box.
 Χρειάζομαι ένα χοντρό σπάγκο, για να δέσω το κουτί.
line n (telephone)γραμμή ουσ θηλ
 The line got disconnected and I called her back.
 Κόπηκε η γραμμή και την ξαναπήρα τηλέφωνο.
line n (fishing cord)πετονιά ουσ θηλ
 He tossed the line to the deepest part of the river, trying to catch a fish.
 Έριξε την πετονιά στο βαθύτερο σημείο του ποταμού προσπαθώντας να πιάσει ένα ψάρι.
line n (clothesline)σχοινί ουσ ουδ
  (κατά λέξη)σχοινί απλώματος περίφρ
 She hung the clothes on the line to dry.
 Άπλωσε τα ρούχα στο σχοινί για να στεγνώσουν.
line n (pipes)αγωγός ουσ αρσ
 The sewage line got blocked and overflowed.
 Ο αγωγός της αποχέτευσης έφραξε και ξεχείλισε.
line n informal (short message)μήνυμα, μηνυματάκι, σημείωμα ουσ ουδ
 Drop me a line on Tuesday and we can talk about it then.
 Άσε μου ένα μήνυμα (or: μηνυματάκι) την Τρίτη και θα τα πούμε τότε.
line of [sth] n (thought, policy)ειρμός ουσ αρσ
 His line of thought is consistent with that of the religious authorities.
 Ο ειρμός των σκέψεών του συνάδει με τις απόψεις των θρησκευτικών αρχών.
line n (route, direction) (μεταφορικά)πορεία ουσ θηλ
 Follow the line of the mountains and you will get to the town.
 Ακολούθησε την πορεία των βουνών και θα βρεθείς στην πόλη.
line n (beings with common ancestry)γενιά, οικογένεια ουσ θηλ
  (επίσημο)οίκος ουσ αρσ
 This line of kings dates back to the fourteenth century.
 Αυτή η βασιλική γενιά χρονολογείται από τον 14ο αιώνα.
 Αυτός ο βασιλικός οίκος χρονολογείται από τον 14ο αιώνα.
line n slang (prepared excuse)ατάκα ουσ θηλ
 He tried to pick her up with the old line: "Have we met before?"
 Προσπάθησε να την προσεγγίσει χρησιμοποιώντας την παλιά ατάκα: «Σε έχω ξαναδεί κάπου;»
line n often plural (contour, design)γραμμή ουσ θηλ
 The new car was admired for its beautiful curved lines.
 Θαύμασαν το καινούριο αυτοκίνητο για τις ωραίες καμπυλωτές γραμμές του.
line n (military: fortifications)γραμμή ουσ θηλ
 The three lines of defence against the enemy didn't stop them.
 Οι τρεις αμυντικές γραμμές κατά του εχθρού δεν ήταν αρκετές για να τον σταματήσουν.
line n often plural (military: formation)γραμμή ουσ θηλ
 The soldiers moved forward in lines.
 Οι στρατιώτες προχώρησαν σε γραμμές.
line n (business: operations managers) (αδόκιμο)γραμμής ουσ θηλ
Σχόλιο: Με τον όρο line management περιγράφεται ο τρόπος διοίκησης μιας εταιρείας με επιμέρους διευθυντές/προϊσταμένους ανά τμήμα και συνήθως δεν μεταφράζεται.
 I will ask my line manager for her advice before talking to the boss.
line n (business: assembly line)γραμμή ουσ θηλ
 The assembly line runs twenty-four hours a day, seven days a week.
 Η γραμμή παραγωγής λειτουργεί όλη μέρα, κάθε μέρα.
line n informal (lie) (μτφ, καθομ)παραμύθι ουσ ουδ
 She fed me some line about the dog eating her homework.
 Μου είπε ένα παραμύθι ότι ο σκύλος έφαγε την εργασία της.
line n (American football)γραμμή ουσ θηλ
 He plays on the offensive line, and protects the quarterback.
 Παίζει στην επιθετική γραμμή και προστατεύει τον αμυντικό.
line n (actor: text to speak)ατάκα ουσ θηλ
  λόγια ουσ ουδ πλ
 She kept forgetting the line she was supposed to say before her exit.
 Ξεχνούσε συνεχώς την ατάκα που έπρεπε να πει πριν φύγει από τη σκηνή.
line n (railway: track)γραμμή ουσ θηλ
  (κατά λέξη)σιδηροδρομική γραμμή επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)γραμμή του τρένου φρ ως ουσ θηλ
 A fallen tree on the line has delayed trains running between London and Manchester.
lines npl (actor's words)λόγια ουσ ουδ πλ
 The actor lost his job because he couldn't remember his lines in the movie.
 Ο ηθοποιός έχασε τη δουλειά γιατί δε θυμόταν τα λόγια του στην ταινία.
line⇒ vi (take position)παρατάσσομαι ρ αμ
  (επίσημο)στοιχίζομαι ρ αμ
  μπαίνω στη σειρά περίφρ
 Please line up here and we will see you one at a time.
 Παραταχθείτε εδώ και θα σας δούμε έναν-έναν.
line [sth]⇒ vtr (baseball: hit a line drive)ρίχνω με ευθεία βολή περίφρ
 He lined the ball to center field and got to first base.
 Έριξε τη μπάλα με ευθεία βολή στο κέντρο και πήγε στην πρώτη βάση.
line [sth] vtr (mark with lines)τραβάω γραμμές περίφρ
  διαγραμμίζω ρ μ
  κάνω διαγράμμιση περίφρ
 The teacher told the pupils to line their blank sheets of paper before writing on them.
 Ο δάσκαλος είπε στους μαθητές να τραβήξουν γραμμές στα λευκά φύλλα χαρτιού πριν αρχίσουν να γράφουν.
line [sth] vtr (add lining)επενδύω ρ μ
  (μεταφορικά)ντύνω ρ μ
  (μεταφορικά)στρώνω ρ μ
  (συνήθως για ύφασμα)φοδράρω ρ μ
 Sophie lined the inside of the box with paper to protect the contents.
 Line your baking tin with greaseproof paper, so the cake won't stick.
 Η Σόφι επένδυσε το εσωτερικό του κουτιού με χαρτί για να προστατεύσει το περιεχόμενο.
 Στρώσε τη λαμαρίνα με λαδόκολλα για να μην κολλήσει το κέικ.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Λέω να φοδράρω το παλτό που ράβω για να γίνει πιο ζεστό.
line [sth] vtr (be lining)καλύπτω εσωτερικά ρ αμ + επίρ
 The paper lined the sides of the box.
 Το χαρτί κάλυπτε εσωτερικά τις πλευρές του κουτιού.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
lining | line
ΑγγλικάΕλληνικά
every cloud has a silver lining expr (there is always [sth] positive)ουδέν κακόν αμιγές καλού έκφρ
shoe lining n (foot covering worn inside a shoe)επένδυση υποδήματος φρ ως ουσ θηλ
silver lining n figurative (positive aspect of [sth] bad)θετική πλευρά επίθ + ουσ θηλ
  το καλό, το θετικό φρ ως ουσ ουδ
 Not many people came to the charity auction, but the silver lining was that we raised £11,000.
 Δεν ήρθε πολύς κόσμος στη φιλανθρωπική δημοπρασία, αλλά η θετική πλευρά είναι ότι μαζέψαμε 11.000 λίρες.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lining' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: the lining of your [brain, lungs, nostrils], your [brain] lining, the [tent, quilt, cushion] lining, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lining στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lining».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!