WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| interval n | (intervening period) | μεσοδιάστημα ουσ ουδ |
| | The interval of peace lasted 50 years. |
| | Το μεσοδιάστημα ειρήνης κράτησε 50 χρόνια. |
| interval n | (pause, break) | διάλειμμα ουσ ουδ |
| | | διακοπή, παύση ουσ θηλ |
| | The interval wasn't long enough to make a phone call. |
| | Το διάλειμμα δεν ήταν αρκετά μεγάλο, για να κάνω ένα τηλεφώνημα. |
| | Η διακοπή (or: παύση) δεν ήταν αρκετά μεγάλη, για να κάνω ένα τηλεφώνημα. |
| interval n | (space between) (χώρος) | μεσοδιάστημα, διάστημα μεταξύ ουσ ουδ |
| | Why not put a path in the interval between those flowerbeds? |
| | Γιατί να μην διαμορφώσεις ένα μονοπάτι στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στα παρτέρια; |
| interval n | UK (cinema, theatre: intermission) | διάλειμμα ουσ ουδ |
| | Let's get something to drink in the interval. |
| | Ας πάρουμε κάτι να πιούμε στο διάλειμμα. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: