WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| informed adj | (knowledgeable) | μορφωμένος μτχ πρκ |
| | Larry is an informed man, and his opinion matters. |
| | Ο Λάρυ είναι ένας μορφωμένος άνθρωπος και η γνώμη του μετρά. |
| informed adj | (backed by knowledge) | εμπεριστατωμένος μτχ πρκ |
| | | με βάση όλα τα δεδομένα περίφρ |
| | | έχοντας γνώση όλων των παραμέτρων περίφρ |
| | Peter wanted to make an informed decision about what college to attend, so he did his research. |
| | Ο Πήτερ ήθελε να πάρει την απόφασή του σχετικά με το πανεπιστήμιο στο οποίο θα πάει έχοντας γνώσει όλων των παραμέτρων και έτσι έκανε την έρευνά του. |
| informed about [sth] adj + prep | (know all about [sth]) (για κτ/σχετικά με κτ) | ενημερωμένος, πληροφορημένος μτχ πρκ |
| | (νέα: για/σχετικά με κτ) | ενήμερος επίθ |
| | (για κτ/σχετικά με κτ) | που γνωρίζει, που ξέρει, που έχει γνώσεις περίφρ |
| | Lisa is well informed about American history; she recieved an A+ on her essay. |
| | Η Λίζα έχει πολλές γνώσεις για την Αμερικανική ιστορία. Πήρε Α+ στην έκθεσή της. |
| informed about [sth] adj + prep | (knowledgeable about [sth]) | ενήμερος για κτ, ενήμερος σχετικά με κτ επίθ + πρόθ |
| | | που έχει ενημερωθεί για κτ, που έχει ενημερωθεί σχετικά με κτ περίφρ |
| | Thanks to presentations by her staff, the president is informed about the crisis situation in the distant state. |
| | Χάρη στις παρουσιάσεις του επιτελείου της, η πρόεδρος είναι ενήμερη για την κατάσταση της κρίσης στην απομακρυσμένη πολιτεία. |
| | Χάρη στις παρουσιάσεις του επιτελείου της, η πρόεδρος έχει ενημερωθεί για την κατάσταση της κρίσης στην απομακρυσμένη πολιτεία. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| informed by [sth] adj + prep | (influenced by [sth]) | επηρεασμένος από κτ περίφρ |
| | | που αντλεί έμπνευση από κτ περίφρ |
| | Her wardrobe style was informed by Hollywood stars of the 1940s. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| inform [sb] that⇒ vtr | (tell) (κάποιον ότι/πως) | ενημερώνω, πληροφορώ ρ μ |
| | We regret to inform you that your account has been suspended. |
| | Λυπούμαστε που σας πληροφορούμε πως ο λογαριασμός σας έχει απενεργοποιηθεί. |
| inform [sb] (of [sth])⇒ vtr | (notify) (κάποιον για κτ) | ενημερώνω, πληροφορώ, ειδοποιώ ρ μ |
| | As the senior police officer, I had to inform the parents of their son's death. |
| | Ως υψηλόβαθμος αστυνομικός, έπρεπε να ενημερώσω τους γονείς για τον θάνατο του γιου τους. |
| inform [sth]⇒ vtr | figurative (give essence to) | δικαιολογώ ρ μ |
| | | δίνω βάση σε κτ περίφρ |
| | Dan's grades informed his father's decision to ground him until he got his life in order. |
| | Οι βαθμοί του Νταν δικαιολόγησαν την απόφαση του πατέρα του να τον τιμωρήσει μέχρι να βάλει μια τάξη στην ζωή του. |
| inform on [sb] vi + prep | (denounce to police) | καταδίδω ρ μ |
| | Hotlines allow people to inform on drug dealers anonymously. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: