impacted

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪmˈpæktɪd/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ɪmˈpæktɪd/ ,USA pronunciation: respelling(im paktid)

Σε αυτή τη σελίδα: impacted, impact

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impacted adj (embedded)ενσωματωμένος μτχ πρκ
impacted adj (packed together) (το κάταγμα, όχι τα οστά)ενσφηνωμένος μτχ πρκ
 John had impacted bones from where his leg had been crushed in the accident.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impacted adj (dentistry)έγκλειστος επίθ
 Helen went to her dentist about her impacted wisdom tooth.
impacted adj (affected)που έχει πληγεί περίφρ
  πληγείς επίθ
  που έχει υποστεί βλάβη, που έχει υποστεί ζημιά περίφρ
  επηρεασμένος μτχ πρκ
 Rescue teams are on their way to the impacted area.
 Impacted residents can call this helpline number.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impact n (hit) (επίσημο)πρόσκρουση ουσ θηλ
  σύγκρουση ουσ θηλ
  (επίσημο)ισχύς πρόσκρουσης φρ ως ουσ θηλ
 The impact of the car hitting the tree killed the driver.
 Η πρόσκρουση του αυτοκινήτου στο δέντρο σκότωσε τον οδηγό.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η σύγκρουση των δύο οχημάτων δεν ήταν μοιραία.
 Η ισχύς της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου στο δέντρο σκότωσε τον οδηγό.
impact n figurative (emotional effect)επίδραση ουσ θηλ
  αντίκτυπος ουσ αρσ
  επίπτωση ουσ θηλ
 The impact of such abuse can last a lifetime.
 Η επίδραση μιας τέτοιας κακοποίησης μπορεί να διαρκέσει μια ζωή.
impact n figurative (impression)επίδραση, επιρροή ουσ θηλ
  αντίκτυπος ουσ αρσ
 The presentation really had an impact on his thinking.
 Η παρουσίαση είχε πραγματικά αντίκτυπο στον τρόπο σκέψης του.
impact (on [sth/sb]) n figurative (influence) (σε κάποιον/κάτι)επίδραση, επιρροή ουσ θηλ
  αντίκτυπος ουσ αρσ
 His complaining has no impact on me.
 Τα παράπονά του δεν έχουν καμία επίδραση πάνω μου.
impact on [sth/sb] vi + prep (affect) (κάποιον/κάτι)επηρεάζω ρ μ
  (σε κάποιον/κάτι)επιδρώ ρ αμ
  (επίσημο: σε κάποιον/κάτι)έχω αντίκτυπο περίφρ
 The economic recession is expected to impact on the company's profits.
 Η οικονομική ύφεση αναμένεται να επηρεάσει τα κέρδη της εταιρείας.
impact [sth/sb] vtr figurative (affect) (κάποιον/κάτι)επηρεάζω ρ μ
  (σε κάποιον/κάτι)επιδρώ ρ μ
  (επίσημο: σε κάποιον/κάτι)έχω αντίκτυπο περίφρ
 Financial difficulties have impacted the company's ability to take on new projects.
 Οι οικονομικές δυσκολίες επηρέασαν την ικανότητα της εταιρείας να αναλάβει καινούρια πρότζεκτ.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
impact [sth] vtr (strike)χτυπάω, χτυπώ ρ μ
  (επίσημο: με κάτι)συγκρούομαι ρ αμ
  (επίσημο: σε κάτι)προσκρούω ρ αμ
 The pile driver impacts the girder with great force.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
impact | impacted
ΑγγλικάΕλληνικά
high-impact adj (stressful to body)επιβαρυντικός, καταπονητικός επίθ
high-impact adj (able to withstand impact)ανθεκτικός επίθ
  με μεγάλη αντοχή περίφρ
high-impact adj figurative (very effective)πολύ αποτελεσματικός επίρ + επίθ
impact area n (site of explosion)επιφάνεια κρούσης ουσ θηλ
 The whole impact area was radioactive after the meteorite crash.
impact assessment n (study: potential consequences)μελέτη επιπτώσεων φρ ως ουσ θηλ
impact drill n (power tool: bores holes)κρουστικό δράπανο επίθ + ουσ ουδ
 An impact drill is a useful tool for drilling holes in masonry.
impact driver n (power tool: screwdriver)παλμικό κατσαβίδι επίθ + ουσ ουδ
low impact,
low-impact
adj
(not too forceful)χαμηλής έντασης φρ ως επίθ
Σχόλιο: hyphen used when term is an adj before a noun
 She practices low-impact aerobics, to avoid injury.
low impact,
low-impact
adj
US (environmentally friendly)με μικρές επιπτώσεις στο περιβάλλον περίφρ
  που δεν επιβαρύνει το περιβάλλον περίφρ
 Nowadays, more people are leading a low-impact lifestyle by using materials and resources more efficiently.
on impact adv (at the moment [sth] is hit)κατά την πρόσκρουση φρ ως επίρ
 The bomb exploded on impact.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση impacted στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «impacted».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!