• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: functioning, function

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
functioning n (working state)λειτουργία ουσ θηλ
 The technician restored Larry's computer to full functioning.
functioning adj (working, operational)που λειτουργεί περίφρ
  λειτουργικός επίθ
 The bakery grinds its flour in an ancient but functioning windmill.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
function⇒ vi (work properly)λειτουργώ ρ αμ
  (καθομιλουμένη)δουλεύω ρ αμ
 Does that machine function as it is supposed to?
 Λειτουργεί αυτή η μηχανή όπως πρέπει;
 Δουλεύει αυτή η μηχανή όπως πρέπει;
function vi (serve as)χρησιμεύω, λειτουργώ ρ αμ
 Sometimes a screwdriver can function as a chisel.
 Μερικές φορές ένα κατσαβίδι μπορεί να χρησιμεύσει ως (or: λειτουργήσει ως) κοπίδι.
function n (purpose)χρήση, λειτουργία ουσ θηλ
 A tool should only be used for its intended function.
 Τα εργαλεία πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο με τη σωστή τους χρήση (or: λειτουργία).
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
function n (activity)λειτουργία ουσ θηλ
 He was pronounced dead when brain function ceased.
function n (public ceremony)τελετή ουσ θηλ
  εκδήλωση ουσ θηλ
 The Mayor presided at the function.
function n (duty)καθήκον ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)δουλειά ουσ θηλ
 It was the function of the inspector to check the tickets.
function n (math: operation)συνάρτηση ουσ θηλ
 Which mathematical function do you think will fit the data?
function n (dependent on) (μεταφορικά)συνάρτηση ουσ θηλ
 The completion date is a function of time and weather.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
functioning | function
ΑγγλικάΕλληνικά
functioning alcoholic n ([sb] with hidden alcohol problem)λειτουργικός αλκοολικός επίθ + ουσ αρσ
well-functioning adj (working properly)που λειτουργεί σωστά, που λειτουργεί καλά περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'functioning' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση functioning στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «functioning».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!