foil

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfɔɪl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/fɔɪl/ ,USA pronunciation: respelling(foil)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
foil n (silver paper used for baking)αλουμινόχαρτο ουσ ουδ
 Karen wrapped the potatoes in foil and roasted them on the fire.
 Η Κάρεν τύλιξε τις πατάτες σε αλουμινόχαρτο και τις έψησε στη φωτιά.
foil [sth] vtr (stop [sb]'s plans)ματαιώνω, ακυρώνω ρ μ
  (καθομιλουμένη)χαλάω ρ μ
 The bad weather foiled Tom's plans.
 Ο κακός καιρός ματαίωσε τα σχέδια του Τομ.
foil [sb] vtr often passive (stop the plans of) (κάποιου, σε κάποιον)χαλάω τα σχέδια έκφρ
  (καθομ: σε κάποιον)το χαλάω έκφρ
 Rachel was trying to sneak out, but she was foiled by her little brother.
 Η Ρέιτσελ προσπαθούσε να το σκάσει, αλλά ο μικρός αδερφός της της χάλασε τα σχέδια.
 Η Ρέιτσελ προσπαθούσε να το σκάσει, αλλά ο μικρός αδερφός της της το χάλασε.
foil n (thin metal)φύλλο ουσ ουδ
 The spaceship's equipment was wrapped in gold foil to protect it from radiation.
 Ο εξοπλισμός του διαστημόπλοιου ήταν καλυμμένος με φύλλα χρυσού για να το προστατεύει από την ακτινοβολία.
foil n (fencing weapon)ξίφος ουσ ουδ
  (άθλημα, ξιφασκία)foil ουσ ουδ άκλ
 The fencer struck at his opponent with his foil.
 Ο ξιφομάχος χτύπησε τον αντίπαλό του με το ξίφος του.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
foil n (literature)χαρακτήρας κατ' αντίστιξη περίφρ
 Shaun acted as the foil to the main character in the story.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
aluminum foil (US),
aluminium foil (UK),
tin foil (UK)
n
(silver paper used for baking)αλουμινόχαρτο ουσ ουδ
 We wrapped up our food with aluminum foil.
gold foil n (sheet of gold)λεπτό φύλλο χρυσού ουσ ουδ
 He is so rich, he gave her a present wrapped in gold foil.
literary foil n (complementary or contrasting character)αντίθετος χαρακτήρας επίθ + ουσ θηλ
  (λόγιος)κατ' αντίστιξη χαρακτήρας φρ ως ουσ αρσ
silver foil n UK, dated (aluminum foil)αλουμινόχαρτο ουσ ουδ
tinfoil,
tin-foil
n
(aluminium foil, silver paper)αλουμινόχαρτο ουσ ουδ
 Wrap the potatoes in tinfoil and bake them at 425 degrees Fahrenheit.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'foil' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: [aluminum, tin] foil, a [sheet, roll, pack, box] of [aluminum] foil, [thirty, fifty] meters of [aluminum] foil, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση foil στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «foil».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!