• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: flaring, flare

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flaring adj (light, fire: blazing) (φωτιά)που καίει δυνατά περίφρ
  (φλόγα)που έχει φουντώσει περίφρ
  (φως)που λάμπει, που λαμποκοπά περίφρ
 The cold travellers huddled around the fireplace's flaring flames.
flaring adj (emotion: becoming angry) (άτομο)οξύθυμος, ευερέθιστος επίθ
  (θυμός ή άλλο συναίσθημα)που φουντώνει περίφρ
 Joe struggled to hold his flaring temper in check.
flaring adj (situation: intensifying)που εντείνεται περίφρ
  (μεταφορικά)που φουντώνει περίφρ
 Flaring tensions seem likely to lead to conflict in the area.
flaring adj (shape: gradually widening)που ανοίγει σταδιακά, που φαρδαίνει σταδιακά περίφρ
  (φούστα, φόρεμα)σε σχήμα άλφα περίφρ
  (παντελόνι)που κάνει καμπάνα περίφρ
 The dress has a fitted bodice and flaring skirt.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flaring adj dated (style: gaudy, showy)επιδεικτικός επίθ
 The book was ruined by the author's flaring prose.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flare n (burst of light) (σύντομη)αναλαμπή ουσ θηλ
  λάμψη ουσ θηλ
  έκλαμψη ουσ θηλ
 There was a bright flare in the distance.
 Υπήρχε μια έντονη λάμψη στο βάθος.
flare n (distress signal: flame)φωτοβολίδα ουσ θηλ
 The lost hiker shot a flare into the sky.
 Ο πεζοπόρος που χάθηκε έριξε μια φωτοβολίδα στον ουρανό.
flares npl (wide-bottomed trousers) (μεταφορικά: ρούχο)καμπάνα ουσ θηλ
  παντελόνι καμπάνα φρ ως ουσ ουδ
 Kate bought a pair of flares on sale.
 Η Κέιτ αγόρασε ένα παντελόνι καμπάνα στις εκπτώσεις.
flare⇒ vi (blaze brightly)λαμπαδιάζω ρ αμ
  βγάζω μια λάμψη περίφρ
  (φως)λάμπω, λαμποκοπώ ρ αμ
  (καθομ: φλόγα)φουντώνω ρ αμ
 The match flared when Jim struck it.
 Το σπίρτο λαμπάδιασε όταν το άναψε ο Τζιμ.
flare vi figurative (violence: erupt)ξεσπάω, ξεσπώ ρ αμ
 Armed conflict flared in the troubled country.
 Ένοπλες διαμάχες ξέσπασαν στην ταραγμένη χώρα.
flare vi (nostrils: open wide)διευρύνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)ανοίγω ρ αμ
 The horse was scared and its nostrils flared.
 Το άλογο φοβήθηκε και άνοιξαν τα ρουθούνια του.
flare vi (widen at one end) (στη μία άκρη)διευρύνομαι ρ αμ
  (καθομιλουμένη)ανοίγω ρ αμ
 The tube flares at one end.
 Ο σωλήνας ανοίγει στη μια άκρη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
flare,
landing flare
n
(aeronautic maneuver)οριζοντίωση ουσ θηλ
  τελική οριζοντίωση για την προσγείωση περίφρ
flare n figurative (sudden emotion) (μεταφορικά)κύμα ουσ ουδ
 Julie felt a flare of anger at Mike's accusation.
flare n (medicine: recurrence of condition)κρίση ουσ θηλ
 I'm having a flare of my arthritis; my knees feel stiff today.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
flare | flaring
ΑγγλικάΕλληνικά
flare up vi phrasal (flame: blaze)φουντώνω ρ αμ
  αναζωπυρώνομαι ρ αμ
 The fire flared up after fire fighters thought it was extinguished.
 Η φωτιά φούντωσε αφού οι πυροσβέστες νόμισαν ότι έσβησε.
flare up vi phrasal figurative (condition: erupt, worsen) (μεταφορικά: υπάρχει ήδη)φουντώνω ρ αμ
  επιδεινώνομαι ρ αμ
  (τα συμπτώματα)επανεμφανίζομαι ρ αμ
  (για πρώτη φορά)εμφανίζομαι ρ αμ
 The shingles disease can flare up later in life for those who had chicken pox as a child.
 Ο έρπης ζωστήρας μπορεί να εμφανιστεί σε μεγαλύτερη ηλικία σε εκείνους που πέρασαν ανεμοβλογιά στην παιδική τους ηλικία.
flare up vi phrasal (skin: develop a rash)εμφανίζω εξανθήματα έκφρ
  (καθομιλουμένη)βγάζω σπυράκια, πετάω σπυράκια έκφρ
  γεμίζω σπυράκια έκφρ
  (λαϊκό)βγάζω σπιθουράκια έκφρ
 My skin flares up if I eat onions.
 Το δέρμα μου γεμίζει σπυράκια, άμα φάω κρεμμύδια.
flare up vi phrasal figurative (violence trouble: erupt) (μεταφορικά)φουντώνω ρ αμ
  (μεταφορικά)εκρήγνυμαι ρ αμ
 Violence has flared up in the disputed territory.
 Η βία φούντωσε στην αμφισβητούμενη περιοχή.
flare up,
flare out
vi phrasal
figurative (get angry) (μεταφορικά)φουντώνω ρ αμ
  θυμώνω ρ αμ
  (αργκό, μεταφορικά)τα παίρνω έκφρ
 He has such a bad temper that he flares up easily.
 Είναι τόσο οξύθυμος που θυμώνει εύκολα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
flare | flaring
ΑγγλικάΕλληνικά
flare gun n (launches signal rocket)πιστόλι φωτοβολίδων φρ ως ουσ ουδ
flare your nostrils v expr (open nostrils wide)ανοίγω τα ρουθούνια μου έκφρ
flareup,
flare-up
n
(attack or outburst of a disease) (καθομιλουμένη, μεταφορικά)φούντωμα ουσ ουδ
  (πιο γενικά, πιο επίσημο)επιδείνωση ουσ θηλ
  (των συμπτωμάτων)επανεμφάνιση ουσ θηλ
 I have my eczema mostly under control, but I do still get flare-ups every once and awhile.
flareup,
flare-up
n
(outburst of emotion, violence)έξαρση ουσ θηλ
  (μεταφορικά)έκρηξη ουσ θηλ
 There have been several flare-ups of violence along the border this week.
solar flare n (astronomy)ηλιακή έκλαμψη επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'flaring' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση flaring στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «flaring».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!