• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: faced, face

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
faced,
-faced
adj
(having a type of face) (ιδιότητα)με πρόσωπο περίφρ
Σχόλιο: Used in combination
 Maja is a sweet-faced girl of 7.
faced,
-faced
adj
(having a number of surfaces)με πλευρές περίφρ
  με επιφάνειες
Σχόλιο: Used in combination
 Most dice are six-faced.
faced,
-faced
adj
figurative, as suffix (having a number of personalities) (μεταφορικά, για χαρακτήρα)με πρόσωπα περίφρ
Σχόλιο: Used in combination: e.g., two-faced
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
face n (front of head)πρόσωπο ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)φάτσα ουσ θηλ
  (αργκό)μάπα, μούρη ουσ θηλ
 The ball hit him in the face.
 Η μπάλα τον χτύπησε στο πρόσωπο.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν μου αρέσει η φάτσα του.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δε μου αρέσει η μάπα (or: μούρη) του.
face [sb/sth]⇒ vtr (look towards)κοιτάζω ρ μ
  (επίσημο)αντικρίζω ρ μ
 Face the teacher when you're talking to her.
 Κοίταζε την δασκάλα όταν της μιλάς.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μετά από αυτό που έγινε δεν μπορώ να τον αντικρίσω.
face [sth]⇒ vtr (accept reality)αποδέχομαι ρ μ
 We have to face the facts.
 Πρέπει να αποδεχτούμε τα γεγονότα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
face n (expression)έκφραση ουσ θηλ
  (αργκό, μτφ)φάτσα ουσ θηλ
 She did not have a happy face that day.
 Δεν είχε πολύ χαρούμενη έκφραση εκείνη την ημέρα.
 Δεν είχε πολύ χαρούμενη φάτσα εκείνη την ημέρα.
face n often plural (grimace) (καθομιλουμένη)γκριμάτσα ουσ θηλ
 Stop pulling faces!
 Σταμάτα να κάνεις γκριμάτσες!
face n (surface) (μεταφορικά)πρόσωπο ουσ ουδ
 I was the luckiest man on the face of the earth.
 Ήμουν ο πιο τυχερός άνθρωπος επί προσώπου γης.
face n (façade)πρόσοψη ουσ θηλ
 The face of the house was covered in plaster.
 Η πρόσοψη του σπιτιού ήταν καλυμμένη με σοβά.
face n figurative, informal (impudence)θράσος ουσ ουδ
  (καθομιλουμένη)μούτρα ουσ ουδ πλ
 He had the face to ask me for more money!
 Είχε το θράσος να μου ζητήσει περισσότερα λεφτά!
face n (visible side)μπροστινή πλευρά επίθ + ουσ θηλ
  ορατή πλευρά επίθ + ουσ θηλ
 Simon stared up at the face of the moon.
 Ο Σάιμον χάζευε την ορατή πλευρά του φεγγαριού.
face n (geometry: side)πλευρά ουσ θηλ
 A cube has six faces.
 Ένας κύβος έχει έξι πλευρές.
face n (typography: design)γραμματοσειρά ουσ θηλ
 They used a large, heavy face for the title.
 Χρησιμοποίησαν μεγάλη και πλατιά γραμματοσειρά για τον τίτλο.
face n (mining: wall) (μεταφορικά)μέτωπο ουσ ουδ
 They drilled into the face of the rock.
 Τρύπησαν το μέτωπο του βράχου.
face n figurative (public representation)εκπρόσωπος ουσ αρσ/θηλ
 The face of the party must be someone who appeals to all voters.
 Ο εκπρόσωπος του κόμματος πρέπει να είναι κάποιος που είναι αρεστός σε όλους τους ψηφοφόρους.
face⇒ vi (turn)στρέφομαι ρ αμ
  (στρέφω τις σκέψεις)ατενίζω ρ αμ
 Her mind faces towards the future.
 Η ματιά της στρέφεται στο μέλλον.
face vi (be orientated)βλέπω ρ αμ
  (κινητό αντικείμενο)είμαι στραμμένος έκφρ
 Our bedroom faces east.
 Το δωμάτιό μας βλέπει ανατολικά.
face [sb/sth]⇒ vtr (turn toward)κοιτάζω ρ μ
  αντικρίζω ρ μ
 Turn and face the audience.
 Γύρνα και κοίταξε το κοινό.
 Γύρνα και αντίκρισε το κοινό.
face [sth/sb]⇒ vtr (confront) (ψάχνω λύση)αντιμετωπίζω ρ μ
 You've got to face your problems.
 Πρέπει να αντιμετωπίσεις τα προβλήματά σου.
face [sth]⇒ vtr (cover)καλύπτω ρ μ
  επενδύω ρ μ
 The front of the house was faced with limestone.
 Το μπροστινό μέρος του σπιτιού ήταν καλυμμένο με ασβεστόλιθο.
face [sth] vtr (card: turn upward)κοιτάζω, βλέπω ρ μ
 Lay your cards down without facing any of them.
 Άσε κάτω τα χαρτιά σου χωρίς να κοιτάζεις κανένα.
face [sb]⇒ vtr (soldiers: turn toward)στρίβω ρ αμ
  (επίσ: στρατιωτικό παράγγελμα)κλίνω ρ αμ
 Face the soldier to your right!
 Στρίψε προς τον στρατιώτη δεξιά!
face [sth]⇒ vtr (ice hockey: drop a puck)κρατώ την μπάλα για την εκκίνηση
 The referee faced the ball between the two opposing players.
 Ο διαιτητής κράτησε τη μπάλα ανάμεσα στους δυο αντίπαλους παίκτες για την εκκίνηση.
face [sth] vtr (have difficulty ahead)έρχομαι αντιμέτωπος με κτ έκφρ
  (απόφαση)καλούμαι να πάρω κτ έκφρ
 Voters will be facing a tough choice in the upcoming election.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
face | faced
ΑγγλικάΕλληνικά
face [sth/sb] down,
face down [sth/sb]
vtr phrasal sep
(overcome by confronting)αντιμετωπίζω ρ μ
 I faced down my attacker and he ran away.
face out vi phrasal (be looking outwards)κοιτάω προς τα έξω, βλέπω προς τα έξω περίφρ
 Books that face out are more likely to catch the customer's eye.
face up to [sth] vi phrasal + prep colloquial (acknowledge: [sth] unpleasant)αντιμετωπίζω, αποδέχομαι, παραδέχομαι ρ μ
 You need to face up to reality, and deal with the matter swiftly.
 Πρέπει να αποδεχτείς την πραγματικότητα και να διευθετήσεις γρήγορα το ζήτημα.
face up to [sb] vi phrasal + prep colloquial (confront)αντιμετωπίζω ρ μ
 If you face up to bullies, they usually leave you alone afterwards.
 Αν αντιμετωπίσεις τους νταήδες, συνήθως σε αφήνουν ήσυχο μετά.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
faced | face
ΑγγλικάΕλληνικά
baby-faced adj (child-like, cute face)που έχει baby face περίφρ
  που μικροδείχνει περίφρ
baldfaced,
bald-faced
adj
mainly US, figurative (lie: brazen, flagrant)απροκάλυπτος, σκανδαλώδης, ξεδιάντροπος επίθ
  (ψεύδη)ασύστολος επίθ
baldfaced,
bald-faced
adj
mainly US, figurative (liar: brazen)ξεδιάντροπος επίθ
barefaced,
bare-faced
adj
figurative (lie, cheek: brazen)απροκάλυπτος επίθ
 How dare you tell me such a barefaced lie!
barefaced,
bare-faced
adj
figurative (liar: brazen)αναίσχυντος επίθ
  ξεδιάντροπος επίθ
 Don't believe Colin's version of events; he's a bare-faced liar!
barefaced,
bare-faced
adj
(with face uncovered)με ακάλυπτο πρόσωπο περίφρ
 Lily rarely goes out barefaced; she usually wears at least a little blusher.
bold-faced,
boldfaced
adj
(brazen, audacious)θρασύς, αναίσχυντος επίθ
  (ψέμα)εξόφθλαμος επίθ
bold-faced adj (in bold font)έντονος επίθ
  σε bold περίφρ
brazen,
brazen-faced
adj
(shameless, overly bold) (άτομο)θρασύς, αναίσχυντος επίθ
  (καθομιλουμένη)ξετσίπωτος επίθ
  (πράξη)αισχρός επίθ
  επαίσχυντος επίθ
 Their brazen disregard for the law shocked everyone involved.
 Η αναίσχυντη περιφρόνησή τους για τους νόμους σόκαρε όλους τους εμπλεκομένους.
double-faced adj (disloyal, treacherous)διπρόσωπος επίθ
double-faced adj (having two faces)με δύο όψεις περίφρ
  δύο όψεων περίφρ
  (σε ορισμένες περιπτώσεις)διπλός επίθ
 The double-faced clock showed the time in London as well as Tokyo.
faced with [sth],
faced with doing [sth]
adj + prep
(having to confront) (κάτι ή το να κάνω κάτι)αντιμέτωπος με περίφρ
 I don't want to be faced with that problem.
fresh-faced adj (youthful, healthy skin) (το άτομο)που έχει φρέσκο πρόσωπο, που έχει νεανικό πρόσωπο περίφρ
  (το πρόσωπο)νεανικός επίθ
  φρέσκος επίθ
grim-faced adj (with somber facial expression)με σοβαρό ύφος περίφρ
  σοβαρός επίθ
 The grim-faced teacher told off the students.
hard-faced adj (person, face: stern)βλοσυρός επίθ
  αυστηρός επίθ
  σκληρός επίθ
 Mr Henderson was a hard-faced man who never smiled.
moon-faced adj (having a very round face)στρογγυλοπρόσωπος επίθ
  φεγγαροπρόσωπος επίθ
open-faced adj (person: with frank expression)ειλικρινής επίθ
open-faced adj (watch: having no cover) (για ρολόι)ανοιχτός επίθ
  χωρίς κάλυμμα περίφρ
open-faced,
open-face
adj
US (sandwich: no bread on top)ανοιχτό σάντουιτς επίθ + ουσ ουδ άκλ
  μπρουσκέτα ουσ θηλ
  σάντουιτς με μία φέτα ψωμιού περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
pale-faced adj (frightened, shocked)χλομός επίθ
  κάτωχρος επίθ
  που έχει χάσει το χρώμα του περίφρ
  (μεταφορικά)άσπρος σαν πανί έκφρ
po-faced adj (person: stern expression)σοβαρός επίθ
po-faced adj figurative (humorless)χωρίς χιούμορ περίφρ
  που δεν έχει χιούμορ περίφρ
poker-faced adj (showing no emotion)ανέκφραστος επίθ
red-faced adj figurative (embarrassed)ντροπιασμένος μτχ πρκ
  αμήχανος επίθ
  που έχει κοκκινίσει από ντροπή περίφρ
red-faced adj (with flushed face)αναψοκοκκινισμένος μτχ πρκ
  που έχει κόκκινα μάγουλα περίφρ
round-faced adj (face: circular-shaped)στρογγυλοπρόσωπος
sharp-faced adj (facial features)με έντονα χαρακτηριστικά περίφρ
  με έντονα χαρακτηριστικά προσώπου περίφρ
smooth-faced adj (hairless, clear skin)ξυρισμένος επίθ
  καλοξυρισμένος επίθ
  ξυρισμένος κόντρα φρ ως επίθ
sour-faced adj (appearing displeased)δυσαρεστημένος μτχ πρκ
  (μεταφορικά, καθομιλουμένη)ξινισμένος μτχ πρκ
square-faced adj (having angular jaw)που έχει τετράγωνο πρόσωπο περίφρ
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)τετραγωνομούρης επίθ
stony-faced,
stone-faced
adj
(serious, expressionless)ανέκφραστος επίθ
  σοβαρός επίθ
  αγέλαστος επίθ
  (μεταφορικά)ψυχρός επίθ
straight-faced adj (showing no emotion)ανέκφραστος επίθ
two-faced adj figurative (deceitful)διπρόσωπος επίθ
  διπλοπρόσωπος επίθ
 I learned the hard way how two-faced Paul is.
whey-faced adj (having pale face)χλωμός επίθ
white-faced adj (having pale face)χλωμός επίθ
  άσπρος επίθ
  κατάχλωμος, κάτασπρος επίθ
  άσπρος σαν πανί έκφρ
white-faced adj (horse: white on head) (για άλογο)με λευκό κεφάλι περίφρ
white-faced adj (having white front)που έχει λευκή πρόσοψη περίφρ
 A row of white-faced houses stood a few feet back from the shoreline.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'faced' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση faced στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «faced».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!