WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| explode⇒ vi | (blow up) | εκρήγνυμαι ρ αμ |
| | (καθομιλουμένη) | σκάω ρ αμ |
| | The bomb exploded with a loud bang. |
| | Η βόμβα εξερράγη μ' έναν δυνατό κρότο. |
| explode vi | (burst) | σκάω ρ αμ |
| | | εκρήγνυμαι ρ αμ |
| | The water balloon exploded when it hit the ground. |
| | Η νερόμπομπα έσκασε όταν έπεσε στο έδαφος. |
| explode vi | (emotions: break out) | ξεσπάω, ξεσπώ ρ αμ |
| | Paul exploded into tears when he saw his family again after the war. |
| | Ο Πωλ ξέσπασε σε κλάματα όταν είδε ξανά την οικογένειά του μετά τον πόλεμο. |
| explode vi | (grow rapidly) (μεταφορικά) | εκτοξεύομαι ρ αμ |
| | Better health care and living standards caused the population to explode after the Industrial Revolution. |
| | Η βελτίωση της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και του βιοτικού επιπέδου έκανε τον πληθυσμό να εκτοξευτεί μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| explode vi | (yelling, fury) (μεταφορικά) | εκρήγνυμαι ρ αμ |
| | | ξεσπάω, ξεσπώ ρ αμ |
| | Richard exploded when he heard what happened. |
| explode [sth]⇒ vtr | (blow up) | πυροδοτώ ρ αμ |
| | The construction worker exploded the charges in the mine. |