explicit

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ɪkˈsplɪsɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ɪkˈsplɪsɪt/ ,USA pronunciation: respelling(ik splisit)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
explicit adj (clear, unambiguous)σαφής επίθ
  ξεκάθαρος επίθ
  ρητός, κατηγορηματικός, απερίφραστος επίθ
 We gave them explicit instructions to report any rule violations.
 Τους δώσαμε σαφείς οδηγίες να αναφέρουν οποιαδήποτε παραβίαση κανόνα.
 Τους δώσαμε ξεκάθαρες οδηγίες να αναφέρουν οποιαδήποτε παραβίαση κανόνα.
explicit adj (sexually detailed)άσεμνος επίθ
  πορνογραφικός επίθ
  (μεταφορικά)τολμηρός επίθ
  (αποδοκιμασίας)χυδαίος επίθ
 Magazines with explicit material are all on the top shelf.
 Τα περιοδικά με πορνογραφικό υλικό βρίσκονται όλα στο επάνω ράφι.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'explicit' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: without the explicit written consent (of), without explicit written consent (from), without explicit [permission, authorization, consent], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση explicit στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «explicit».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!