WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| explicit adj | (clear, unambiguous) | σαφής επίθ |
| | | ξεκάθαρος επίθ |
| | | ρητός, κατηγορηματικός, απερίφραστος επίθ |
| | We gave them explicit instructions to report any rule violations. |
| | Τους δώσαμε σαφείς οδηγίες να αναφέρουν οποιαδήποτε παραβίαση κανόνα. |
| | Τους δώσαμε ξεκάθαρες οδηγίες να αναφέρουν οποιαδήποτε παραβίαση κανόνα. |
| explicit adj | (sexually detailed) | άσεμνος επίθ |
| | | πορνογραφικός επίθ |
| | (μεταφορικά) | τολμηρός επίθ |
| | (αποδοκιμασίας) | χυδαίος επίθ |
| | Magazines with explicit material are all on the top shelf. |
| | Τα περιοδικά με πορνογραφικό υλικό βρίσκονται όλα στο επάνω ράφι. |