eligible

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈɛlɪdʒɪbəl/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈɛlɪdʒəbəl/ ,USA pronunciation: respelling(el′i jə bəl)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
eligible adj (entitled)που δικαιούται κτ περίφρ
  που πληροί τις προϋποθέσεις για κτ περίφρ
  που είναι κατάλληλος υποψήφιος περίφρ
  (επίσημο)επιλέξιμος επίθ
 The foreigner's application for state benefits was rejected, as he wasn't eligible.
 Η αίτηση του αλλοδαπού για κρατικά επιδόματα απορρίφθηκε, καθώς δεν τα δικαιούταν.
 Η αίτηση του αλλοδαπού για κρατικά επιδόματα απορρίφθηκε, καθώς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις.
eligible for [sth] adj + prep (entitled to claim)δικαιούμαι ρ μ
  (για κτ)πληρώ τις προϋποθέσεις περίφρ
  (επιλέξιμος: για κτ)επιλέξιμος επίθ
 We are eligible for a tax credit because of the energy-efficient furnace we installed.
 Πληρούμε τς προϋποθέσεις για έκπτωση φόρου λόγω της εγκατάστασης καυστήρα ενεργειακής απόδοσης.
eligible to do [sth] adj (entitled to receive) (να κάνω κάτι)δικαιούμαι ρ μ
  πληρώ τις προϋποθέσεις περίφρ
 The letter confirmed the family was eligible to receive a government grant to insulate their house.
 Η επιστολή επιβεβαίωνε πως η οικογένεια πληρούσε τις προϋποθέσεις ώστε να λάβει κρατική επιχορήγηση για τη μόνωση της οικίας της.
eligible adj (entitled to vote)που έχει δικαίωμα ψήφου περίφρ
 If you want to vote in the UK, you have to wait until you're eighteen to become eligible.
 Αν θέλεις να ψηφίσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, για να έχεις δικαίωμα ψήφου, θα πρέπει να περιμένεις ώσπου να γίνεις δεκαοχτώ ετών.
eligible adj (suitable to marry)περιζήτητος επίθ
  (μεταφορικά)καλή περίπτωση έκφρ
 She invited several eligible bachelors to the party in the hope that her daughter would fall for one of them.
 Κάλεσε κάμποσους περιζήτητους εργένηδες στο πάρτι, με την ελπίδα πως η κόρη της θα ερωτεύονταν έναν απ' αυτούς.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
eligible candidate n ([sb] who may be voted for)υποψήφιος με τα απαιτούμενα προσόντα ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
eligible candidate n figurative ([sb] qualified for a job)υποψήφιος με τα απαιτούμενα προσόντα ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 We're obliged by law to consider all eligible candidates.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'eligible' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: all eligible [persons, applicants, students, employees] please [call], all eligible [persons] please [call, contact, apply, email], all eligible employees [must, are asked to] contact, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση eligible στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «eligible».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!