WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| eligible adj | (entitled) | που δικαιούται κτ περίφρ |
| | | που πληροί τις προϋποθέσεις για κτ περίφρ |
| | | που είναι κατάλληλος υποψήφιος περίφρ |
| | (επίσημο) | επιλέξιμος επίθ |
| | The foreigner's application for state benefits was rejected, as he wasn't eligible. |
| | Η αίτηση του αλλοδαπού για κρατικά επιδόματα απορρίφθηκε, καθώς δεν τα δικαιούταν. |
| | Η αίτηση του αλλοδαπού για κρατικά επιδόματα απορρίφθηκε, καθώς δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις. |
| eligible for [sth] adj + prep | (entitled to claim) | δικαιούμαι ρ μ |
| | (για κτ) | πληρώ τις προϋποθέσεις περίφρ |
| | (επιλέξιμος: για κτ) | επιλέξιμος επίθ |
| | We are eligible for a tax credit because of the energy-efficient furnace we installed. |
| | Πληρούμε τς προϋποθέσεις για έκπτωση φόρου λόγω της εγκατάστασης καυστήρα ενεργειακής απόδοσης. |
| eligible to do [sth] adj | (entitled to receive) (να κάνω κάτι) | δικαιούμαι ρ μ |
| | | πληρώ τις προϋποθέσεις περίφρ |
| | The letter confirmed the family was eligible to receive a government grant to insulate their house. |
| | Η επιστολή επιβεβαίωνε πως η οικογένεια πληρούσε τις προϋποθέσεις ώστε να λάβει κρατική επιχορήγηση για τη μόνωση της οικίας της. |
| eligible adj | (entitled to vote) | που έχει δικαίωμα ψήφου περίφρ |
| | If you want to vote in the UK, you have to wait until you're eighteen to become eligible. |
| | Αν θέλεις να ψηφίσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, για να έχεις δικαίωμα ψήφου, θα πρέπει να περιμένεις ώσπου να γίνεις δεκαοχτώ ετών. |
| eligible adj | (suitable to marry) | περιζήτητος επίθ |
| | (μεταφορικά) | καλή περίπτωση έκφρ |
| | She invited several eligible bachelors to the party in the hope that her daughter would fall for one of them. |
| | Κάλεσε κάμποσους περιζήτητους εργένηδες στο πάρτι, με την ελπίδα πως η κόρη της θα ερωτεύονταν έναν απ' αυτούς. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: