dedicate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈdɛdɪkeɪt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈdɛdɪˌkeɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(v. ded′i kāt′; adj. ded′i kit)


Inflections of 'dedicate' (v): (⇒ conjugate)
dedicates
v 3rd person singular
dedicating
v pres p
dedicated
v past
dedicated
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
dedicate [sth] to [sth] vtr + prep (set aside for) (κάτι για κάτι)προορίζω ρ μ
 Alan dedicated the money to charity.
 Ο Άλαν προόριζε τα χρήματα για φιλανθρωπικό σκοπό.
dedicate [sth] to doing [sth] vtr + prep (devote) (κάτι σε κάτι, κάτι για να κάνω κάτι)αφιερώνω ρ μ
 I'm going to dedicate my weekend to finishing a speech I'm writing.
 Θα αφιερώσω το σαββατοκύριακό μου για να τελειώσω μία ομιλία που γράφω.
dedicate [sth] to [sb] vtr + prep (declare: in honor of [sb]) (κάτι σε κάποιον)αφιερώνω ρ μ
 I would like to dedicate this award to my mother, who always believed in me.
 Θα ήθελα να αφιερώσω το βραβείο αυτό στη μητέρα μου, η οποία πάντα πίστευε σ' εμένα.
dedicate [sth] to [sth] vtr + prep (declare: in honor of [sth]) (κάτι σε κάτι)αφιερώνω ρ μ
 The artist dedicated the sculpture to the memory of those who had fallen during the war.
 Ο καλλιτέχνης αφιέρωσε το γλυπτό στη μνήμη εκείνων που έπεσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.
dedicate [sth] to [sb] vtr + prep (book: inscribe)γράφω αφιέρωση σε κπ περίφρ
  αφιερώνω κτ σε κπ ρ μ + πρόθ
 The author signed the fan's book and dedicated it "To dear Ellen."
 Ο συγγραφέας υπέγραψε το βιβλίο της θαυμάστριάς του και έγραψε αφιέρωση, «Στην αγαπημένη μου Έλεν».
dedicate [sth]⇒ vtr (building: declare open)εγκαινιάζω ρ μ
  (με εκδήλωση)κάνω τα εγκαίνια περίφρ
 The school dedicated the new building on Sunday.
 Το σχολείο εγκαινίασε το νέο κτίριο την Κυριακή.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
dedicate yourself to [sth] v expr (devote energy to [sth])αφοσιώνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
 If you want to be a star athlete, you have to dedicate yourself to the sport.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'dedicate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: dedicate your [life, time, day] to, (have to) dedicate a lot of time (and effort) to, dedicate [a song, the book, a message, his first novel] to, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση dedicate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «dedicate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!