WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
give over to [sth] vtr phrasal insep (yield to [sth], give in)υποκύπτω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (συναίσθημα)αφήνομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (γέλια)σκάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
  (γέλια, κλάματα)ξεσπάω σε κτ ρ αμ + πρόθ
 The little girls gave over to laughter when they saw the man slip and fall on a patch of ice.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
give [sb/sth] over to [sth] vtr phrasal sep (dedicate to, grant use of)παραχωρώ κπ/κτ σε κτ ρ αμ + πρόθ
  αφήνω κπ/κτ σε κτ ρ αμ + πρόθ
Σχόλιο: Often used in the passive.
 During the war, the university was given over to the hospital to make room for more patients.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση give over to στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «give over to».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!