create

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/kriˈeɪt/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/kriˈeɪt/ ,USA pronunciation: respelling(krē āt′)

Inflections of 'create' (v): (⇒ conjugate)
creates
v 3rd person singular
creating
v pres p
created
v past
created
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
create [sth]⇒ vtr (originate, make)δημιουργώ ρ μ
  (με τα χέρια ή μεταφορικά)πλάθω ρ μ
  (καθομιλουμένη)φτιάχνω ρ μ
 My sister creates art.
 Η αδερφή μου φτιάχνει έργα τέχνης.
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Ο Θεός έπλασε τον κόσμο σε εφτά ημέρες.
create [sth] vtr (cause)προκαλώ ρ μ
  δημιουργώ ρ μ
 Does that create a problem for you?
 Μήπως αυτό σου προκαλεί κάποιο πρόβλημα;
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Η ομιλία της μου δημιούργησε μια καινούρια απορία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
create [sth] vtr formal, often passive (name, appoint) (σε κάποιον άλλο)απονέμω το αξίωμα περίφρ
  (λόγιο)χρίζω ρ μ
  (σε κπ)απονέμεται το αξίωμα περίφρ
  αναγορεύομαι ρ αμ
 She was created an admiral.
 Της απένειμαν το αξίωμα του ναυάρχου.
 Την έχρισαν ναύαρχο.
 Της απονεμήθηκε το αξίωμα του ναυάρχου.
 Αναγορεύτηκε ναύαρχος.
create [sth] vtr (theatre: first perform a role)ενσαρκώνω πρώτος ρ μ + επίθ
  (μεταφορικά)δίνω πνοή σε κτ έκφρ
 Robert de Niro created the character of Travis Bickle in Taxi Driver.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
create jobs vtr + npl (generate employment opportunities)δημιουργώ θέσεις απασχόλησης έκφρ
  δημιουργώ θέσεις εργασίας έκφρ
make an opening,
create an opening
vtr + n
(make a hole, space)κάνω τρύπα, ανοίγω τρύπα ρ μ + ουσ θηλ
  κάνω ένα άνοιγμα έκφρ
make an opening,
create an opening
v expr
(create an opportunity)δημιουργώ μια ευκαιρία έκφρ
  (μεταφορικά: επιχειρήσεις)κάνω ένα άνοιγμα έκφρ
recreate [sth],
re-create [sth]⇒
vtr
(reproduce)αναπαράγω ρ μ
  ξαναδημιουργώ ρ μ
 Harry tried to recreate his best painting.
recreate [sth],
re-create [sth]
vtr
(imitate)αναπαριστώ ρ μ
  (γεγονότος)κάνω αναπαράσταση ρ μ + ουσ θηλ
 It was hard to recreate the results in the research laboratory.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'create' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: create a [folder, file, document, directory], create [an account, a profile], create or [edit, update, replace, modify], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση create στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «create».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!