WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| creative adj | (original, innovative) | δημιουργικός επίθ |
| | My art teacher is creative and produces really original work. |
| | Ο καθηγητής των εικαστικών είναι δημιουργικός και φτιάχνει πρωτότυπα έργα. |
| | Η αγγειοπλαστική είναι πολύ δημιουργική απασχόληση. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| creative adj | (with ability to create) | δημιουργικός επίθ |
| | | εφευρετικός επίθ |
| | Early humans began to display their creative potential by using tools. |
| creative adj | (using novel methods) | δημιουργικός επίθ |
| | In this business, you must use new methods and be creative to stay ahead. |
| creative adj | (productive) | παραγωγικός επίθ |
| | This workforce is very creative and always meets the production targets. |
| creative n | (person doing creative work) (εταιρεία) | εργαζόμενος στο δημιουργικό τμήμα περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | το παιδί του δημιουργικού περίφρ |
| | The creatives deserve most of the credit for the television show's enduring popularity. |
| | Οι εργαζόμενοι του δημιουργικού τμήματος αξίζουν τα εύσημα για τη συνεχιζόμενη δημοτικότητα της εκπομπής. |
| | Τα παιδιά του δημιουργικού αξίζουν τα εύσημα για τη συνεχιζόμενη δημοτικότητα της εκπομπής. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: