candidate

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈkændɪdeɪt/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/ˈkændɪˌdeɪt, -dɪt/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(n. kandi dāt′, -dit; v. kandi dāt′)


Inflections of 'candidate' (v): (⇒ conjugate)
candidates
v 3rd person singular
candidating
v pres p
candidated
v past
candidated
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
candidate n ([sb] running for election) (για εκλογές)υποψήφιος ουσ αρσ
  υποψήφια ουσ θηλ
 Several of the candidates took part in the debate.
 Αρκετοί από τους υποψηφίους έλαβαν μέρος στη δημόσια συζήτηση.
candidate n (job applicant) (για θέση εργασίας)υποψήφιος ουσ αρσ
  υποψήφια ουσ θηλ
 We've narrowed the list of candidates to four.
 Μειώσαμε τη λίστα των υποψηφίων στους τέσσερις.
candidate n (person who is suitable for [sth](κάποιος πιθανός ή κατάλληλος για κάτι)υποψήφιος ουσ αρσ
  υποψήφια ουσ θηλ
 Do you think he's a suitable candidate for promotion?
 Πιστεύεις πως είναι ο κατάλληλος υποψήφιος για την προαγωγή;
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
doctoral candidate n (PhD student submitting a thesis)υποψήφιος διδακτορικού ουσ αρσ
eligible candidate n ([sb] who may be voted for)υποψήφιος με τα απαιτούμενα προσόντα ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
eligible candidate n figurative ([sb] qualified for a job)υποψήφιος με τα απαιτούμενα προσόντα ουσ αρσ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 We're obliged by law to consider all eligible candidates.
parliamentary candidate n ([sb] standing for election to government)υποψήφιος βουλευτής ουσ αρσ
 The parliamentary candidate gave a speech.
political candidate n ([sb] standing for election to government)υποψήφιος ουσ αρσ
write-in candidate n US ([sb] voted for whose name is not on ballot)ανεπίσημος υποψήφιος του οποίου το όνομα προστίθεται χειρόγραφα στο ψηφοδέλτιο
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'candidate' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: an unlikely candidate, the leading candidate, was nominated the [Democratic, Republican] candidate, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση candidate στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «candidate».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!