barely

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈbɛərli/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈbɛrli/ ,USA pronunciation: respelling(bârlē)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
barely adv (only just)μόλις επίρ
  (καθομιλουμένη)με το ζόρι φρ ως επίρ
  (καθομ: για επάρκεια)ίσα που έκφρ
 There is barely enough food for everyone at the party.
 Το φαγητό με το ζόρι φτάνει για όλους στο πάρτι.
 Το φαγητό ίσα που φτάνει για όλους στο πάρτι.
barely adv (not quite)μόλις επίρ
  (καθομιλουμένη)ίσα που φρ ως επίρ
 I had barely sat down when there was a knock at the door.
 Μόλις είχα καθίσει όταν χτύπησε η πόρτα.
 Ίσα που είχα καθίσει όταν χτύπησε η πόρτα.
barely adv (hardly)μόλις επίρ
  ούτε καν φρ ως επίρ
 My sister is barely 15 and already she's taller than me.
barely adv (decorated, furnished: sparsely)λιτά, απέριττα επίρ
 Her love of minimalism was evident in her barely-adorned home.
 Η αγάπη της για το μινιμαλισμό ήταν προφανής στο λιτά διακοσμημένο σπίτι της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
barely adv archaic (openly)ανοιχτά, ελεύθερα επιρ
  χωρίς περιορισμούς φρ ως επίρ
 The army was barely assembled on top of the hill.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
barely audible adj (sound: very faint) (ήχος)εξασθενημένος, αδύναμος επίθ
 His voice over the telephone was barely audible.
barely coherent adv + adj (person: not talking sense)που μετά βίας καταλαβαίνεις τι λέει περίφρ
  που μετά βίας βγαίνει νόημα από τα λεγόμενά του περίφρ
 He'd been drinking so heavily he was barely coherent.
barely coherent adv + adj (speech, argument: not making sense)που μετά βίας βγάζει νόημα περίφρ
  σχεδόν ασυνάρτητος επίρ + επίθ
barely legal adv + adj informal (girl: just past age of consent)που μόλις συμπλήρωσε την ηλικία συναίνεσης περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 She was barely legal when they first slept together.
barely see [sth] adv + vtr (have difficulty seeing)βλέπω κτ με δυσκολία περίφρ
  μετά βίας βλέπω κτ περίφρ
Σχόλιο: Usually preceded by "can"
 She could barely see the road through the thick snow.
can barely see v expr (have poor sight)βλέπω με δυσκολία περίφρ
  μετά βίας βλέπω περίφρ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'barely' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: am barely able (to), is barely over [21], has been barely [a year] (since), περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση barely στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «barely».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!