associated

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/əˈsəʊʃɪeɪtɪd/

From the verb associate: (⇒ conjugate)
associated is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: associated, associate

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
be associated with [sth/sb] v expr (be related to) (με κάτι)συνδεδεμένος, συνδυασμένος μτχ πρκ
  συσχετισμένος μτχ πρκ
 For many people, Christmas is associated with gifts and shopping.
 Για πολλούς, τα Χριστούγεννα είναι συνδεδεμένα με δώρα και ψώνια.
associated with [sb/sth] adj + prep (related, connected to)έχω σχέση με κπ/κτ έκφρ
  σχετίζομαι με κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 Although they work in similar fields, Charlie is not associated with Bob.
 She is not associated with the college, so you cannot have her as your advisor.
 Αν και δουλεύουν σε παρόμοιους τομείς, ο Τσάρλυ δεν έχει σχέση με τον Μπομπ. // Δεν έχει σχέση με το πανεπιστήμιο, άρα δεν μπορείς να την έχεις ως σύμβουλό σου.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
associate [sth/sb] with [sth/sb] vtr (connect mentally) (κπ/κτ με κπ/κτ)συνδέω, συσχετίζω ρ μ
 For some reason, I associate Max with peanut butter.
 Για κάποιον λόγο, συνδέω τον Μαξ με το φυστικοβούτυρο.
associate vi (people: be involved, connected)έχω σχέσεις ρ έκφρ
  (καθομιλουμένη)κάνω παρέα έκφρ
  (αργκό)τα βρίσκω έκφρ
 The two of them don't associate; they are actually enemies.
 Αυτοί οι δύο δεν έχουν σχέσεις. Στην πραγματικότητα είναι εχθροί.
associate n (work: partner) (σε εταιρεία)εταίρος ουσ αρσ/θηλ
 This is a complicated case, so one of the associates will handle it.
 Αυτή είναι μια πολύπλοκη υπόθεση, επομένως θα την αναλάβει ένας από τους εταίρους.
associate n (low-level job title)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 An associate will be with you in a moment.
 Ένας συνεργάτης θα είναι μαζί σας σε ένα λεπτό.
associate n (connected person)γνωστός, γνωστή επίθ ως ουσ
  (σε ορισμένες περιπτώσεις)συνεργάτης, συνεργάτιδα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 In their search for the criminal, the police are questioning his associates.
associate n (connected professional firm)συνέταιρος ουσ αρσ/θηλ
 The firm, together with its associates, is working on creating good career opportunities for local people.
associate,
associate of [sth]
n
(subordinate member of institution) (σε κτ)κάτοχος associate's degree φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  (σε κτ)κάτοχος προπαρασκευαστικού πτυχίου φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Ginny is an associate of the Royal Academy of Arts.
 Η Τζίνυ είναι κάτοχος προπαρασκευαστικού πτυχίου στις τέχνες.
associate n as adj (job title: mid-level)συμπαραγωγός ουσ αρσ/θηλ
 The man in the striped shirt is the associate producer of the film.
 Ο άνδρας με το ριγέ πουκάμισο είναι ο συμπαραγωγός της ταινίας.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
associate vi (join together)συνεργάζομαι ρ αμ
  συνεταιρίζομαι ρ αμ
 The former C.E.O. and a manager associated to form a new company.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
associate | associated
ΑγγλικάΕλληνικά
associate with [sb] vtr phrasal insep (keep the company of)συναναστρέφομαι, κάνω παρέα με ρ μ
 I don't want you to associate with him; he's not good for you.
 Δε θέλω να τον συναναστρέφεσαι. Δεν είναι καλός για σένα.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
associate | associated
ΑγγλικάΕλληνικά
associate degree,
associate's degree
n
US (2-year qualification)δίπλωμα διετών σπουδών περίφρ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 For an associate degree, it's not unusual for students to study part time.
associate director n (executive position)αναπληρωτής διευθυντής, αναπληρώτρια διευθύντρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
  σύμβουλος διεύθυνσης φρ ως ουσ αρσ/θηλ
associate professor n US (university teacher)αναπληρωτής καθηγητής, αναπληρώτρια καθηγήτρια επίθ + ουσ αρσ, επίθ + ουσ θηλ
 She got tenure when she was promoted to associate professor.
research associate,
Research Associate
n
(academic job)συνεργάτης ερευνητής, συνεργάτις ερευνήτρια φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
  ερευνητής συνεργάτης, ερευνήτρια συνεργάτις φρ ως ουσ αρσ, φρ ως ουσ θηλ
 After earning her Master's degree, Kate took a job as a research associate at a major university.
sales associate n (salesperson)πωλητής, πωλήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ
  αντιπρόσωπος πωλήσεων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 The sales associate helped the customer pick out and buy the product he needed.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'associated' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: (two) associated [offices, events, businesses], the (two) [offices] are associated, is an associated [member, partner], περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση associated στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «associated».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!