WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| accessible adj | (place: reachable) | προσβάσιμος επίθ |
| | The park entrance is accessible from the highway. |
| | Η είσοδος του πάρκινγκ είναι προσβάσιμη από τον αυτοκινητόδρομο. |
| accessible adj | (item: easy to obtain) | προσιτός επίθ |
| | The printing press made books accessible to the general public. |
| | Το τυπογραφικό πιεστήριο έκανε τα βιβλία προσιτά στο γενικό κοινό. |
| accessible adj | (has disabled access) (για ΑμΕΑ, για αμαξίδια) | προσβάσιμος επίθ |
| | (για ΑμΕΑ, για αμαξίδια) | με πρόσβαση περίφρ |
| | The building is completely accessible, with automated doors and corridors wide enough for wheelchairs. |
| | Το κτίριο είναι πλήρως προσβάσιμο διαθέτοντας αυτόματες πόρτες και αρκετά πλατιούς διαδρόμους για αμαξίδια. |
| accessible adj | (easy to understand) | ευνόητος, κατανοητός επίθ |
| | | προσιτός επίθ |
| | The subject of the speech seemed complicated, but the professor gave an accessible explanation of the details. |
| | Το θέμα της ομιλίας φαινόταν περίπλοκο, αλλά ο καθηγητής έδωσε μια κατανοητή εξήγηση των λεπτομερειών. |
| accessible adj | (person: easy to talk to) | προσιτός επίθ |
| | Jane's friendly personality made her accessible to everyone. |
| | Η φιλική προσωπικότητα της Τζέιν την έκανε προσιτή σε όλους. |