• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
Σε αυτή τη σελίδα: acclaimed, acclaim

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acclaimed adj (praised, lauded)που έχει λάβει λαμπρές κριτικές περίφρ
  αναγνωρισμένος μτχ πρκ
  καταξιωμένος μτχ πρκ
 The acclaimed actor could take her pick of scripts.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
acclaim n (praise)αναγνώριση ουσ θηλ
 The author has received acclaim for his debut novel.
acclaim [sb/sth] as [sth] vtr + prep often passive (praise, applaud)αναγνωρίζω κπ/κτ ως κτ περίφρ
 Critics acclaimed her as the greatest actress of the 20th century.
acclaim [sb] [sth] vtr (recognize, acknowledge as)αναγνωρίζω κπ ως κτ ρ μ + πρόθ
 The people acclaimed him their leader.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
acclaimed | acclaim
ΑγγλικάΕλληνικά
critically acclaimed adj (praised by reviewers)που έχει πάρει εξαιρετικές κριτικές περίφρ
  που έχει πάρει διθυραμβικές κριτικές περίφρ
 His latest novel was critically acclaimed.
 It is a pleasure when a critically acclaimed film is also a joy to watch.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'acclaimed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση acclaimed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «acclaimed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!