WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| handy adj | (useful) | χρήσιμος επίθ |
| | | πρακτικός επίθ |
| | Rope is handy when you're backpacking. |
| | Ένα σκοινί είναι χρήσιμο όταν κάνεις διακοπές με σακίδιο. |
| handy adj | (accessible) | βολικός επίθ |
| | | διαθέσιμος επίθ |
| | | εύκαιρος επίθ |
| | | που βολεύει περίφρ |
| | The company has a handy on-site child care facility. |
| | Η εταιρεία έχει ένα βολικό παιδικό σταθμό στις εγκαταστάσεις της. |
| handy adv | informal (nearby, to hand) | πρόχειρος, εύκαιρος επίθ |
| | | κοντά επίρ |
| | | κοντά μου περίφρ |
| | Phil always kept his phone handy in case his wife called. |
| | Ο Φιλ είχε πάντα πρόχειρο το τηλέφωνό του σε περίπτωση που θα έπαιρνε η γυναίκα του. |
| | Ο Φιλ είχε πάντα κοντά το τηλέφωνό του σε περίπτωση που θα έπαιρνε η γυναίκα του. |
| handy adj | (person: skilled) | επιδέξιος, ικανός επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | χρυσοχέρης επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | πιάνει το χέρι μου έκφρ |
| | (επισκευές, πχ στο σπίτι) | που είναι καλός στα μαστορέματα περίφρ |
| | George is pretty handy and doesn't usually need to call a professional when something breaks in his house. |
| | Ο Τζορτζ είναι αρκετά επιδέξιος και συνήθως δε χρειάζεται να καλέσει ειδικό όταν χαλάσει κάτι στο σπίτι. |
| handy with [sth] adj | (person: skilled at [sth]) | που τα καταφέρνει με κτ, που είναι καλός σε κτ περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | πιάνει το χέρι μου σε κτ έκφρ |
| | Jeff is handy with a paintbrush, and sells his paintings online. |
| | Ο Τζεφ τα καταφέρνει με τη ζωγραφική και πουλάει τους πίνακές του στο ίντερνετ. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: