trusting

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈtrʌstɪŋ/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(trusting)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: trusting, trust

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trusting adj (believing in others' honesty)που δείχνει εμπιστοσύνη περίφρ
 The people didn't seem very trusting.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trust [sb] vtr (have confidence in)εμπιστεύομαι ρ μ
  έχω εμπιστοσύνη σε κπ περίφρ
 I trust my brother.
 Εμπιστεύομαι τον αδερφό μου.
 Έχω εμπιστοσύνη στον αδερφό μου.
trust [sth] vtr (believe)εμπιστεύομαι ρ μ
  δείχνω εμπιστοσύνη σε κτ έκφρ
 Jemima trusts her father's words.
 Η Τζεμίνα εμπιστεύεται τα λόγια του πατέρα της.
 Η Τζεμίνα δείχνει εμπιστοσύνη στα λόγια του πατέρα της.
trust [sb] to do [sth] v expr (rely on) (σε κπ για κτ ή να κάνει κτ)βασίζομαι ρ αμ
 Dan trusts his girlfriend to help him.
 Ο Νταν βασίζεται στην κοπέλα του για βοήθεια.
trust [sth] vtr (can rely on)εμπιστεύομαι ρ μ
  έχω εμπιστοσύνη σε κτ περίφρ
 I trust my car; it never breaks down.
 Το εμπιστεύομαι το αυτοκίνητό του, δεν χαλάει ποτέ.
 Έχω εμπιστοσύνη στο αυτοκίνητό του, δεν χαλάει ποτέ.
trust in [sb/sth] vi + prep (have faith in)πιστεύω ρ μ
 "Trust in the Lord!" proclaimed the preacher.
 «Να πιστεύετε στον Θεό!» διαλαλούσε ο ιεροκήρυκας.
trust [sth] to [sb] vtr + prep (entrust) (κάτι σε κάποιον)εμπιστεύομαι ρ μ
 I trust my life to you.
 Σου εμπιστεύομαι τη ζωή μου.
trust vi (have confidence in others)εμπιστεύομαι ρ αμ
 It took the stray cat a long time to learn to trust.
 Το αδέσποτο γατάκι χρειάστηκε χρόνο για να μάθει να εμπιστεύεται.
trust n (confidence)εμπιστοσύνη ουσ θηλ
 You have my trust - I feel I can tell you anything.
 Έχεις κερδίσει την εμπιστοσύνη μου. Νιώθω ότι μπορώ να σου πω οτιδήποτε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
trust n (reliance on integrity)εμπιστοσύνη ουσ θηλ
 My trust in your honesty is absolute.
trust n (hope, faith)εμπιστοσύνη ουσ θηλ
  πίστη ουσ θηλ
 Although the students are finding the beginning of the course difficult, their trust in their teacher is stopping them from giving up.
trust n (confident expectation)πεποίθηση ουσ θηλ
 Trust that he will not let me down is important to me.
trust n (responsibility, obligation)ευθύνη ουσ θηλ
 He will not abuse the position of trust which he has been given.
trust n (credit)πίστωση ουσ θηλ
 We sell on trust to certain customers we know well.
trust n (custody)εποπτεία ουσ θηλ
 Roxburgh castle remained in the trust of William Neville.
trust n (law: means of holding property)καταπίστευμα ουσ ουδ
 The property was held in trust for the children until they turned 18.
trust n (commerce: monopoly, oligopoly)μονοπώλειο ουσ ουδ
  ολιγοπώλειο ουσ ουδ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 The regulators who attacked monopolies were called "trust busters."
trust,
trust that
vtr
(with clause: be confident) (ότι/πως)πιστεύω ρ μ
  είμαι σίγουρος ρ έκφρ
 I trust that my problem with the tutor will resolve itself.
trust,
trust that
vtr
(with clause: hope) (να έγινε κάτι)ευεπλιστώ, ελπίζω ρ μ
  (ότι/πως έγινε κάτι)υποθέτω ρ μ
 I trust you had a good time?
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
trust | trusting
ΑγγλικάΕλληνικά
blind trust n (finance)επένδυση στα τυφλά φρ ως ουσ θηλ
  τυφλή επένδυση επίθ + ουσ θηλ
  τυφλό καταπίστευμα επίθ + ουσ ουδ
brain trust n (government advisors)σύμβουλος ουσ αρσ/θηλ
charitable trust (public trust)φιλανθρωπικό ίδρυμα επίθ + ουσ ουδ
  φιλανθρωπική οργάνωση, φιλανθρωπική κοινότητα επίθ + ουσ θηλ
living trust n (legal document)living trust ουσ ουδ άκλ
pension trust n (financial plan for retirement)συνταξιοδοτικό πρόγραμμα φρ ως ουσ ουδ
put your trust in [sb/sth] v expr (have faith in)εμπιστεύομαι ρ μ
  έχω εμπιστοσύνη σε κπ/κτ περίφρ
  (μεταφορικά)στηρίζομαι σε κπ/κτ ρ αμ + πρόθ
 You can put your trust in me.
take [sth] on trust v expr (believe [sth] without needing to check it)εμπιστεύομαι τυφλά ρ αμ + επίρ
  βασίζομαι σε κτ ρ αμ + πρόθ
  πιστεύω, δέχομαι ρ μ
  (επίσημο)δέχονται με καλή πίστη περιφρ
 Peter took it on trust that Rick was telling the truth.
 Ο Πίτερ βασίστηκε στο ότι ο Ρικ του έλεγε την αλήθεια.
trust account n (business: account of property)λογαριασμός διαχείρισης φρ ως ουσ αρσ
trust account,
trustee account
n
(savings account)καταπιστευματικός λογαριασμός επίθ + ουσ αρσ
trust company n (savings bank)εταιρεία διαχείρισης, εταιρεία επενδύσεων φρ ως ουσ θηλ
trust fund n (savings account)καταπίστευμα ουσ ουδ
 I live off a trust fund that was set up by my uncle.
trust in God v expr (rely on supreme being)έχω πίστη στο Θεό ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'trusting' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση trusting στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «trusting».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!