subdued

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/səbˈdjuːd/

US:USA pronunciation: IPAUSA pronunciation: IPA/səbˈdud, -ˈdjud/

US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(səb do̅o̅d, -dyo̅o̅d)


From the verb subdue: (⇒ conjugate)
subdued is: Click the infinitive to see all available inflections
v past
v past p
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
Σε αυτή τη σελίδα: subdued, subdue

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subdued adj (person: quiet) (δεν μιλάει πολύ)ήσυχος, σιωπηλός, αμίλητος επίθ
  (καθομιλουμένη)μαζεμένος μτχ πρκ
  (κακή διάθεση)κακόκεφος, άκεφος, στενοχωρημένος επίθ
  (καθομιλουμένη, μτφ)πεσμένος μτχ πρκ
 Carol was subdued after the argument with her husband.
 Η Κάρολ ήταν σιωπηλή μετά τον καυγά με τον σύζυγό της.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subdued adj (lighting: soft)χαμηλωμένος μτχ πρκ
  χαμηλός, απαλός επίθ
 The restaurant had a romantic atmosphere with subdued lighting.
subdued adj (colours: soft, pale)απαλός, ήπιος επίθ
  (ελαφρώς αρνητικό)άτονος επίθ
 The room was decorated in subdued colours.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subdue [sth] vtr (repress)συγκρατώ, περιορίζω ρ μ
  καταστέλλω ρ μ
 Simon managed to subdue his anger and discuss the problem rationally.
 Ο Σάιμον κατάφερε να συγκρατήσει τον θυμό του και να συζητήσει το πρόβλημα λογικά.
subdue [sth/sb] vtr (overpower)υπερνικώ ρ μ
  (με γενική)υπερισχύω ρ αμ
  (επίσημο)καθυποτάσσω ρ μ
  (μεταφορικά)νικώ ρ αμ
 Martha managed to subdue her attacker.
 The emergency services manage to subdue the inferno.
 Η Μάρθα κατάφερε να υπερισχύσει του άνδρα που της επιτέθηκε.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
subdue [sth] vtr (make softer)απαλύνω ρ μ
  μετριάζω, αμβλύνω, περιορίζω, μειώνω ρ μ
 The double glazing subdued the sound of the traffic, but didn't block it out completely.
subdue [sb] vtr (military)καταστέλλω ρ μ
 The troops have subdued the rebel forces in the area.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
subdued | subdue
ΑγγλικάΕλληνικά
subdued tone n (soft or quiet sound)απαλός τόνος επίθ + ουσ αρσ
subdued tone n (low-key mood) (μεταφορικά)χαμηλοί τόνοι φρ ως ουσ θηλ πλ
  (μεταφορικά)υποτονικοί ρυθμοί φρ ως ουσ θηλ πλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'subdued' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a subdued [atmosphere, air, vibe], the [atmosphere, mood] was subdued (at), [rather, quiet, very, surprisingly, worryingly, somewhat] subdued, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση subdued στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «subdued».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!