WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| scourge n | figurative (cause of widespread suffering) | μάστιγα ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | μπελάς ουσ αρσ |
| | That new software's the scourge of the office. |
| | Αυτό το νέο λογισμικό έχει γίνει η μάστιγα του γραφείου. |
| scourge n | historical (whip) | μαστίγιο ουσ ουδ |
| | | βούρδουλας ουσ αρσ |
| | The prisoner was punished with the scourge. |
| | Ο φυλακισμένος τιμωρήθηκε με το μαστίγιο. |
| scourge [sb]⇒ vtr | historical (punish by whipping) | μαστιγώνω ρ μ |
| | Though they scourged her many times, she did not confess to the charges. |
| | Παρόλο που τη μαστίγωσαν πολλές φορές, δεν παραδέχτηκε αυτά για την οποία την κατηγορούσαν. |