Scottish

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈskɒtɪʃ/US:USA pronunciation: IPA and respellingUSA pronunciation: IPA/ˈskɑtɪʃ/ ,USA pronunciation: respelling(skotish)

  • WordReference
  • Definition

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
Scottish adj (of or from Scotland) (αντικείμενο, ιδέα κλπ)σκωτσέζικος επίθ
  (άτομο)σκωτσέζος, σκωτσέζα επίθ
 Eilidh is Scottish; she was born in Edinburgh.
 Η Ίντιθ είναι σκωτσέζα· γεννήθηκε στο Εδιμβούργο.
the Scottish npl (people of Scotland) (λαός της Σκωτίας)Σκωτσέζοι ουσ αρσ πλ
 The Scottish have mixed opinions about independence.
 Οι Σκωτσέζοι έχουν διάφορες απόψεις σχετικά με την ανεξαρτησία.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
Gaelic,
Scottish Gaelic,
Scots Gaelic
n
uncountable (Gaelic language of Scotland)σκωτικά γαελικά περίφρ
  σκωτική γαελική γλώσσα περίφρ
 Mary studied Gaelic in Scotland when she was a student.
Scottie,
Scottie dog
n
(breed of small dog)σκωτσέζικο τεριέ επίθ + ουσ ουδ άκλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'Scottish' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση Scottish στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «Scottish».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!