Ο όρος 'put forward' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
adduce
- argue
- bring into contention
- mooted
- posit
- postulate
- proffer
- promulgate
- propound
|
put forward
ορισμός |
στα ισπανικά |
στα γαλλικά |
συνώνυμα στα αγγλικά |
αγγλικές συμφράσεις |
Conjugator [EN] |
σε χρήση |
εικόνες
|
|
||||||||||||||||