WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| submit [sth]⇒ vtr | (form) | υποβάλλω ρ μ |
| | He submitted the registration form to the doctor. |
| | Υπέβαλε τη φόρμα εγγραφής στο γιατρό. |
| submit [sth] vtr | (propose) | προτείνω ρ μ |
| | (επίσημο) | υποβάλλω ρ μ |
| | I submitted an idea to my boss for consideration. |
| | Πρότεινα στο αφεντικό μου μια ιδέα για να την σκεφτεί. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Εγώ σας έχω υποβάλει τις προτάσεις μου και αναμένω τις δικές σας ενέργειες. |
| submit to [sb/sth] vi + prep | (surrender, yield) (σε κπ/κτ) | παραδίνομαι ρ αμ |
| | | υποτάσσομαι ρ αμ |
| | Richard accepted that what he had done was wrong and submitted to his punishment without complaint. |
| | Ο Ρίτσαρντ παραδέχτηκε ότι ήταν λάθος αυτό που έκανε και υποτάχθηκε (or: παραδόθηκε) στην τιμωρία του χωρίς παράπονο. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| submit adj | (computers: button) | υποβολή ουσ θηλ |
| | After filling in the form on the website, he hit the submit button. |
| | Αφού συμπλήρωσε τη φόρμα στην ιστοσελίδα πάτησε υποβολή. |
| submit n | (computers: button) | υποβολή ουσ θηλ |
| | When you have answered all the questions, hit submit. |