|
|
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| operator n | (telephone) (γενικά) | τηλεφωνικό κέντρο επίθ + ουσ ουδ |
| | (το ίδιο το άτομο) | τηλεφωνητής, τηλεφωνήτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | If you need assistance, call the operator. |
| operator n | (of a machine) | χειριστής, χειρίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | Glenn works in a factory; he's a machine operator. |
| operator n | (manager, owner) | διευθυντής, διευθύντρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | Bridget is a hotel operator. |
| Επιπλέον μεταφράσεις |
| operator n | (finance: trader) (χρηματιστήριο) | επενδυτής, επενδύτρια ουσ αρσ, ουσ θηλ |
| | Hannah is an operator in the stock market. |
| operator n | (mathematics: function) (μαθηματικά) | τελεστής ουσ αρσ |
| | The students learned about operators in class today. |
| operator n | slang (schemer, fraud) | μηχανορράφος ουσ αρσ/θηλ |
| | | δολοπλόκος επίθ |
| | (καθομιλουμένη) | που ξέρει να χειρίζεται τους άλλους περίφρ |
| | James is an experienced operator and always manages to get his own way. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
Ο όρος 'operator' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|