WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
mileage n | (car: total miles) (καθομιλουμένη) | μίλια ουσ ουδ πλ |
| | ένδειξη μιλιομετρητή φρ ως ουσ θηλ |
| (κατά λέξη) | απόσταση που έχει διανυθεί σε μίλια |
| The truck's mileage was over 200,000 miles, but it still ran well. |
| Το φορτηγό έχει κάνει πάνω από 200.000 μίλια αλλά ακόμα λειτουργεί μια χαρά. |
Επιπλέον μεταφράσεις |
mileage n | (car: fuel efficiency) | αυτονομία ουσ θηλ |
| The car gets great mileage, but it's not very big. |
mileage n | (traveling allowance) (ταξιδιωτική προσφορά) | μίλια ουσ ουδ πλ |
| The businessman got a 200 dollar mileage for his trip. |
mileage n | (distance in miles) | απόσταση ουσ θηλ |
| | διαδρομή ουσ θηλ |
| The hikers covered a lot of mileage on the first day. |
mileage n | (use, profit) (από τη μεγάλη χρήση ενός πράγματος) | όφελος ουσ ουδ |
| | ωφέλεια, χρηστικότητα ουσ θηλ |
| (νόημα, αξία) | λόγος ουσ αρσ |
| (βαρύνουσα σημασία) | ουσία ουσ θηλ |
| Dan got a lot of mileage out of his old lawnmower. |
| ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν υπάρχει λόγος να παραπονεθείς για τη φασαρία που κάνουν οι γείτονες. |
| ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Δεν υπάρχει ουσία στα επιχειρήματα της αντιπολίτευσης. |
mileage n | informal (credibility) (μεταφορικά) | βάρος ουσ ουδ |
| | ισχύς ουσ θηλ |
| Richard's opinion carries some mileage in this department. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025: