• WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage
Σε αυτή τη σελίδα: mailed, mail

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mailed adj (wearing mail armor)με αλυσιδωτή πανοπλία περίφρ
 The mailed knight was ready to go into battle.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mail n mainly US, uncountable (postal delivery)ταχυδρομείο ουσ ουδ
  αλληλογραφία ουσ θηλ
 The mail has not arrived yet.
 Δεν έφτασε ακόμη το ταχυδρομείο.
mail n uncountable (postal system)ταχυδρομείο ουσ ουδ
  ταχυδρομική υπηρεσία επίθ + ουσ θηλ
 The mail in other countries is slow.
 Το ταχυδρομείο σε άλλες χώρες είναι πολύ αργό.
 Η ταχυδρομική υπηρεσία σε άλλες χώρες είναι πολύ αργή.
mail n mainly US, uncountable (letters, parcels, etc.)αλληλογραφία ουσ θηλ
 I put today's mail on the table.
 Άφησα τη σημερινή αλληλογραφία στο τραπέζι.
mail n (e-mail)mail, email, e-mail ουσ ουδ άκλ
  (γενικά)ηλεκτρονικό ταχυδρομείο επίθ + ουσ ουδ
  (κάθε μήνυμα)μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου φρ ως ουσ ουδ
 My computer makes a sound to let me know I've got mail.
 Ο υπολογιστής μου κάνει έναν ήχο κάθε φορά που έχω mail.
mail n as adj (postal)ταχυδρομικός επίθ
 Steve and his wife are both mail workers.
 Ο Στιβ και η γυναίκα του είναι και οι δύο ταχυδρομικοί υπάλληλοι.
mail [sth] vtr mainly US, uncountable (send by post)ταχυδρομώ ρ μ
  στέλνω ρ μ
  (κατά λέξη)στέλνω ταχυδρομικά, στέλνω μέσω ταχυδρομείου περίφρ
 I'm going to mail a letter today.
 Θα ταχυδρομήσω το γράμμα σήμερα.
 Θα στείλω το γράμμα σήμερα.
 Θα στείλω το γράμμα σήμερα ταχυδρομικά (or: μέσω ταχυδρομείου).
mail [sth] to [sb] vtr + prep informal (send by e-mail)στέλνω με email περίφρ
  στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ
 Please mail the file to me.
 Σε παρακαλώ στείλε μου το αρχείο με email.
mail [sb] [sth] vtr informal (send an e-mail to)στέλνω ρ μ
  (κατά λέξη)στέλνω ηλεκτρονικά, στέλνω μέσω email περίφρ
 Can you mail me the details?
 Μπορείς να μου στείλεις ηλεκτρονικά (or: μέσω email) τις λεπτομέρειες;
mail vi informal (correspond by e-mail)στέλνω mail, στέλνω email περίφρ
 I prefer to talk on the telephone, but many people just mail.
 Εγώ προτιμώ να μιλώ στο τηλέφωνο, αλλά πολλοί απλά στέλνουν email.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
mail n (chain mail: type of armor)αλυσόπλεκτος θώρακας, σιδερόπλεχτος θώρακας επίθ + ουσ αρσ
 A bolt from a crossbow pierced the soldier's mail.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
mail | mailed
ΑγγλικάΕλληνικά
mail [sth] out,
mail out [sth]
vtr phrasal sep
(send by post)στέλνω, ταχυδρομώ ρ μ
  (κατά λέξη)στέλνω ταχυδρομικά ρ μ + επίρ
 You need to mail the package out before the train leaves.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
mail | mailed
ΑγγλικάΕλληνικά
air mail n (postal service by plane) (ταχυδρομείο: υπηρεσία)αεροπορικώς επίρ
air mail n (post sent by plane) (ταχυδρομείο)αεροπορική επιστολή επίθ + ουσ θηλ
blanket email,
blanket e-mail
n
(electronic message) (email)πολλαπλή αποστολή επίθ + ουσ θηλ
bulk mail n (low-cost big mailing)ομαδική αποστολή αλληλογραφίας
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
 Bulk mail is the polite, commercial term for junk mail.
bulk mail n (e-mail sent to multiple addresses)μη διαθέσιμη μετάφραση
Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία
by mail adv (via postal service)ταχυδρομικώς επίρ
 It seems like sending a letter by mail is a sweet old-fashioned thing to do.
by mail adv informal (via e-mail)μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείο έκφρ
certified mail (type of mail)συστημένο με απόδειξη παραλαβής φρ ως ουσ ουδ
chain mail,
chainmail
n
(type of armor)αλυσόπλεκτος θώρακας, σιδερόπλεχτος θώρακας επίθ + ουσ αρσ
 The knight wore a bronze helmet and a suit of chain mail armour.
chiton,
sea cradle,
coat-of-mail shell
n
(sea mollusk)είδος της τάξης των πολυπλακοφόρων
coat of mail,
plural: coats of mail
n
historical (chain mail garment)αλυσιδωτός θώρακας επίθ + ουσ αρσ
direct mail n (advertising sent by mail)διαφημιστικό ταχυδρομείο ουσ ουδ
 The effectiveness of advertising by direct mail depends on the quality of the mailing list.
email,
e-mail
n
(electronic message)email ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο)μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
 I received an email from John with the directions to the party.
 Έλαβα ένα email από τον Τζον με οδηγίες για το πάρτυ.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα λάβετε απάντηση με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
email,
e-mail
n
(electronic messaging system)υπηρεσία για email, υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
  (καθομιλουμένη)email ουσ ουδ άκλ
 Our server is down and we're without email.
 Ο εξυπηρετητής μας δε λειτουργεί και δεν έχουμε υπηρεσία για email (or: υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου).
email,
e-mail
n
informal (electronic messaging address)email ουσ ουδ άκλ
  (επίσημο)διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
  ηλεκτρονική διεύθυνση περίφρ
 If you give me your email, I'll send the invitation to you.
 Αν μου δώσεις το email σου, θα σου στείλω την πρόσκληση.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην ξεχάσετε να συμπληρώσετε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας στην αίτησή σας.
email [sb],
e-mail
vtr
(send electronic message) (επικοινωνώ με υπολογιστή)στέλνω με email περίφρ
  στέλνω με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
  στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ
 I'll email you tomorrow with the details.
 Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με email.
 Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
email [sb] [sth],
e-mail
vtr
(send: to [sb] via email) (κάτι σε κάποιον)στέλνω με email περίφρ
  στέλνω με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ
  στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ
 I will email you the directions.
 Θα σου στείλω τις οδηγίες με email.
email [sth] to [sb],
e-mail
vtr
(send: [sth] via email)στέλνω με email, στέλνω με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ
 I'll email the invoices to all our customers.
 Θα στείλω τα τιμολόγια σε όλους τους πελάτες μας με email.
email address,
e-mail address
n
(messaging: account name)ηλεκτρονική διεύθυνση επίθ + ουσ θηλ
  (καθομιλουμένη)διεύθυνση email φρ ως ουσ θηλ
  email ουσ ουδ άκλ
 I made a typo in George's email address so he didn't receive my mail.
fan mail n (letters from fans) (διάσημου προσώπου)γράμματα των φαν, γράμματα από τους θαυμαστές φρ ως ουσ ουδ
hate mail n (negative messages)μηνύματα μίσους φρ ως ουσ ουδ
in the mail,
also UK: in the post
adj
(in postal system) (για ταχυδρομική αποστολή)καθ' οδόν φρ ως επίρ
  που έχει ήδη σταλεί περίφρ
 My application is in the mail, so you should be receiving it soon.
incoming mail n (received mail)εισερχόμενη αλληλογραφία επίθ + ουσ θηλ
  εισερχόμενα μηνύματα επίθ + ουσ ουδ πλ
  εισερχόμενα επίθ ως ουσ ουδ πλ
internal mail n (post or e-mail within a company)εσωτερική αλληλογραφία επίθ + ουσ θηλ
junk mail n (unsolicited e-mail)ανεπιθύμητη αλληλογραφία επίθ + ουσ θηλ
  ανεπιθύμητα μηνύματα επίθ + ουσ ουδ πλ
 I've got great spam filters so hardly ever see any junk mail.
 Έχω βάλει ειδικά φίλτρα κι έτσι σπάνια λαμβάνω ανεπιθύμητη αλληλογραφία.
junk mail n (unsolicited leaflets, etc.)ανεπιθύμητη αλληλογραφία ουσ θηλ
 The mail we receive is usually 90% junk mail and 10% actual letters.
letter bomb,
also US: mail bomb
n
(explosive device inside envelope)εκρηκτικός μηχανισμός μέσα σε επιστολή
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
mail carrier,
letter carrier
n
US (person employed to deliver post)ταχυδρόμος ουσ αρσ
 My dog barks at my mail carrier every day.
mail drop n (place for transmitting mail)ταχυδρομική υπηρεσία φύλαξης της αλληλογραφίας και των δεμάτων ενός πελάτη
Σχόλιο: Λειτουργεί ανεξάρτητα από τις εθνικές ταχυδρομικές αρχές. Παρέχει και υπηρεσίες λήψης φαξ και φωτοτύπησης εγγράφων. Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
mail drop n (slot or container for depositing mail)γραμματοκιβώτιο ουσ ουδ
mail merge n (software: use of document template)συγχώνευση αλληλογραφίας φρ ως ουσ θηλ
mail order n (shopping by post)ταχυδρομική παραγγελία επίθ + ουσ θηλ
 Mail order has seen stiff competition from online merchants in the Internet age.
mail order catalog (US),
mail order catalogue (UK)
n
(for shopping by mail)κατάλογος ταχυδρομικής παραγγελίας περίφρ
mail room n (sorting office for post)γραφείο αλληλογραφίας φρ ως ουσ ουδ
mail-in adj (voting, etc.: by post)δια αλληλογραφίας φρ ως επίθ
mail-in ballot (US),
postal vote (UK)
n
(vote cast and sent by post)ψήφος δια αλληλογραφίας φρ ως ουσ θηλ
mail-order bride n informal, pejorative (woman marrying wealthy foreign man) (μειωτικό)νύφη κατά παραγγελία φρ ως ουσ θηλ
  νύφη δι' αλληλογραφίας φρ ως ουσ θηλ
mailbox (US),
postbox,
pillar box (UK)
n
(in street: post box)γραμματοκιβώτιο ουσ ουδ
 The mailbox is emptied twice a day.
 Το γραμματοκιβώτιο αδειάζεται δυο φορές τη μέρα.
mailbox n US (of building: letterbox)γραμματοκιβώτιο ουσ ουδ
 The package was too big for the mailbox.
 Το πακέτο ήταν υπερβολικά μεγάλο για το γραμματοκιβώτιο.
mailbox n (phone: voicemail storage)τηλεφωνητής ουσ αρσ
 My mailbox is full; I need to delete some messages.
mailbox n (email: inbox) (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο)εισερχόμενα μτχ ενεστ
 I'm trying to get my mailbox emptied before I go on holiday.
 Προσπαθώ να αδειάσω τα εισερχόμενά μου πριν φύγω διακοπές.
MO,
M.O.,
mo,
m.o.
n
initialism (mail order)ταχυδρομική παραγγελία επίθ + ουσ θηλ
overnight mail n (post delivered by next day)ταχυδρομική επιστολή με παράδοση την επομένη περίφρ
registered mail (US),
registered post (UK)
n
(insured first-class letters, parcels)συστημένη επιστολή επίθ + ουσ θηλ
  (γράμμα ή πακέτο)συστημένο ουσ ουδ
 We recommend that valuable items be sent by registered mail.
 I'd like to send this parcel by registered post, please.
 Συνιστούμε τα αντικείμενα αξίας να αποστέλλονται ως συστημένη επιστολή.
 Θα ήθελα να στείλω αυτό το πακέτο ως συστημένο, παρακαλώ.
snail mail n informal (post, conventional mail)ταχυδρομείο ουσ ουδ
Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία
 Most of the bills I receive are emailed, but my tax bill comes by snail mail.
space available mail n US (overseas military parcel post)είδος στρατιωτικής αλληλογραφίας
Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος.
surface mail n (postal system by ground)ταχυδρομική αποστολή με μέσα επιφανείας φρ ως ουσ θηλ
  ταχυδρομική αποστολή με χερσαία ή θαλάσσια μέσα φρ ως ουσ θηλ
  ταχυδρομική αποστολή δια ξηράς ή θαλάσσης φρ ως ουσ θηλ
surface mail n ([sth] sent by ground mail) (αλληλογραφία ή δέμα)ταχυδρομείο που αποστέλλεται με μέσα επιφανείας φρ ως ουσ ουδ
  ταχυδρομείο που αποστέλλεται με χερσαία ή θαλάσσια μέσα φρ ως ουσ ουδ
  ταχυδρομείο που αποστέλλεται δια ξηράς ή θαλάσσης φρ ως ουσ ουδ
voicemail,
voice mail,
voice-mail
n
(answerphone service)τηλεφωνητής ουσ αρσ
 Peter left a message on my voicemail.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'mailed' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση mailed στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «mailed».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!