| Κύριες μεταφράσεις |
| mail n | mainly US, uncountable (postal delivery) | ταχυδρομείο ουσ ουδ |
| | | αλληλογραφία ουσ θηλ |
| | The mail has not arrived yet. |
| | Δεν έφτασε ακόμη το ταχυδρομείο. |
| mail n | uncountable (postal system) | ταχυδρομείο ουσ ουδ |
| | | ταχυδρομική υπηρεσία επίθ + ουσ θηλ |
| | The mail in other countries is slow. |
| | Το ταχυδρομείο σε άλλες χώρες είναι πολύ αργό. |
| | Η ταχυδρομική υπηρεσία σε άλλες χώρες είναι πολύ αργή. |
| mail n | mainly US, uncountable (letters, parcels, etc.) | αλληλογραφία ουσ θηλ |
| | I put today's mail on the table. |
| | Άφησα τη σημερινή αλληλογραφία στο τραπέζι. |
| mail n | (e-mail) | mail, email, e-mail ουσ ουδ άκλ |
| | (γενικά) | ηλεκτρονικό ταχυδρομείο επίθ + ουσ ουδ |
| | (κάθε μήνυμα) | μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου φρ ως ουσ ουδ |
| | My computer makes a sound to let me know I've got mail. |
| | Ο υπολογιστής μου κάνει έναν ήχο κάθε φορά που έχω mail. |
| mail n as adj | (postal) | ταχυδρομικός επίθ |
| | Steve and his wife are both mail workers. |
| | Ο Στιβ και η γυναίκα του είναι και οι δύο ταχυδρομικοί υπάλληλοι. |
| mail [sth]⇒ vtr | mainly US, uncountable (send by post) | ταχυδρομώ ρ μ |
| | | στέλνω ρ μ |
| | (κατά λέξη) | στέλνω ταχυδρομικά, στέλνω μέσω ταχυδρομείου περίφρ |
| | I'm going to mail a letter today. |
| | Θα ταχυδρομήσω το γράμμα σήμερα. |
| | Θα στείλω το γράμμα σήμερα. |
| | Θα στείλω το γράμμα σήμερα ταχυδρομικά (or: μέσω ταχυδρομείου). |
| mail [sth] to [sb] vtr + prep | informal (send by e-mail) | στέλνω με email περίφρ |
| | | στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ |
| | Please mail the file to me. |
| | Σε παρακαλώ στείλε μου το αρχείο με email. |
| mail [sb] [sth]⇒ vtr | informal (send an e-mail to) | στέλνω ρ μ |
| | (κατά λέξη) | στέλνω ηλεκτρονικά, στέλνω μέσω email περίφρ |
| | Can you mail me the details? |
| | Μπορείς να μου στείλεις ηλεκτρονικά (or: μέσω email) τις λεπτομέρειες; |
| mail⇒ vi | informal (correspond by e-mail) | στέλνω mail, στέλνω email περίφρ |
| | I prefer to talk on the telephone, but many people just mail. |
| | Εγώ προτιμώ να μιλώ στο τηλέφωνο, αλλά πολλοί απλά στέλνουν email. |
Σύνθετοι τύποι: mail | mailed |
| air mail n | (postal service by plane) (ταχυδρομείο: υπηρεσία) | αεροπορικώς επίρ |
| air mail n | (post sent by plane) (ταχυδρομείο) | αεροπορική επιστολή επίθ + ουσ θηλ |
blanket email, blanket e-mail n | (electronic message) (email) | πολλαπλή αποστολή επίθ + ουσ θηλ |
| bulk mail n | (low-cost big mailing) | ομαδική αποστολή αλληλογραφίας |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία |
| | Bulk mail is the polite, commercial term for junk mail. |
| bulk mail n | (e-mail sent to multiple addresses) | μη διαθέσιμη μετάφραση |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει αντιστοιχία |
| by mail adv | (via postal service) | ταχυδρομικώς επίρ |
| | It seems like sending a letter by mail is a sweet old-fashioned thing to do. |
| by mail adv | informal (via e-mail) | μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείο έκφρ |
| certified mail | (type of mail) | συστημένο με απόδειξη παραλαβής φρ ως ουσ ουδ |
chain mail, chainmail n | (type of armor) | αλυσόπλεκτος θώρακας, σιδερόπλεχτος θώρακας επίθ + ουσ αρσ |
| | The knight wore a bronze helmet and a suit of chain mail armour. |
chiton, sea cradle, coat-of-mail shell n | (sea mollusk) | είδος της τάξης των πολυπλακοφόρων |
coat of mail, plural: coats of mail n | historical (chain mail garment) | αλυσιδωτός θώρακας επίθ + ουσ αρσ |
| direct mail n | (advertising sent by mail) | διαφημιστικό ταχυδρομείο ουσ ουδ |
| | The effectiveness of advertising by direct mail depends on the quality of the mailing list. |
email, e-mail n | (electronic message) | email ουσ ουδ άκλ |
| | (επίσημο) | μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ |
| | I received an email from John with the directions to the party. |
| | Έλαβα ένα email από τον Τζον με οδηγίες για το πάρτυ. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Θα λάβετε απάντηση με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. |
email, e-mail n | (electronic messaging system) | υπηρεσία για email, υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ |
| | (καθομιλουμένη) | email ουσ ουδ άκλ |
| | Our server is down and we're without email. |
| | Ο εξυπηρετητής μας δε λειτουργεί και δεν έχουμε υπηρεσία για email (or: υπηρεσία ηλεκτρονικού ταχυδρομείου). |
email, e-mail n | informal (electronic messaging address) | email ουσ ουδ άκλ |
| | (επίσημο) | διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ |
| | | ηλεκτρονική διεύθυνση περίφρ |
| | If you give me your email, I'll send the invitation to you. |
| | Αν μου δώσεις το email σου, θα σου στείλω την πρόσκληση. |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Μην ξεχάσετε να συμπληρώσετε τη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σας στην αίτησή σας. |
email [sb], e-mail⇒ vtr | (send electronic message) (επικοινωνώ με υπολογιστή) | στέλνω με email περίφρ |
| | | στέλνω με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ |
| | | στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ |
| | I'll email you tomorrow with the details. |
| | Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με email. |
| | Θα σου στείλω τις λεπτομέρειες με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. |
email [sb] [sth], e-mail⇒ vtr | (send: to [sb] via email) (κάτι σε κάποιον) | στέλνω με email περίφρ |
| | | στέλνω με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου περίφρ |
| | | στέλνω με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ |
| | I will email you the directions. |
| | Θα σου στείλω τις οδηγίες με email. |
email [sth] to [sb], e-mail⇒ vtr | (send: [sth] via email) | στέλνω με email, στέλνω με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο περίφρ |
| | I'll email the invoices to all our customers. |
| | Θα στείλω τα τιμολόγια σε όλους τους πελάτες μας με email. |
email address, e-mail address n | (messaging: account name) | ηλεκτρονική διεύθυνση επίθ + ουσ θηλ |
| | (καθομιλουμένη) | διεύθυνση email φρ ως ουσ θηλ |
| | | email ουσ ουδ άκλ |
| | I made a typo in George's email address so he didn't receive my mail. |
| fan mail n | (letters from fans) (διάσημου προσώπου) | γράμματα των φαν, γράμματα από τους θαυμαστές φρ ως ουσ ουδ |
| hate mail n | (negative messages) | μηνύματα μίσους φρ ως ουσ ουδ |
in the mail, also UK: in the post adj | (in postal system) (για ταχυδρομική αποστολή) | καθ' οδόν φρ ως επίρ |
| | | που έχει ήδη σταλεί περίφρ |
| | My application is in the mail, so you should be receiving it soon. |
| incoming mail n | (received mail) | εισερχόμενη αλληλογραφία επίθ + ουσ θηλ |
| | | εισερχόμενα μηνύματα επίθ + ουσ ουδ πλ |
| | | εισερχόμενα επίθ ως ουσ ουδ πλ |
| internal mail n | (post or e-mail within a company) | εσωτερική αλληλογραφία επίθ + ουσ θηλ |
| junk mail n | (unsolicited e-mail) | ανεπιθύμητη αλληλογραφία επίθ + ουσ θηλ |
| | | ανεπιθύμητα μηνύματα επίθ + ουσ ουδ πλ |
| | I've got great spam filters so hardly ever see any junk mail. |
| | Έχω βάλει ειδικά φίλτρα κι έτσι σπάνια λαμβάνω ανεπιθύμητη αλληλογραφία. |
| junk mail n | (unsolicited leaflets, etc.) | ανεπιθύμητη αλληλογραφία ουσ θηλ |
| | The mail we receive is usually 90% junk mail and 10% actual letters. |
letter bomb, also US: mail bomb n | (explosive device inside envelope) | εκρηκτικός μηχανισμός μέσα σε επιστολή |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
mail carrier, letter carrier n | US (person employed to deliver post) | ταχυδρόμος ουσ αρσ |
| | My dog barks at my mail carrier every day. |
| mail drop n | (place for transmitting mail) | ταχυδρομική υπηρεσία φύλαξης της αλληλογραφίας και των δεμάτων ενός πελάτη |
| Σχόλιο: Λειτουργεί ανεξάρτητα από τις εθνικές ταχυδρομικές αρχές. Παρέχει και υπηρεσίες λήψης φαξ και φωτοτύπησης εγγράφων. Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| mail drop n | (slot or container for depositing mail) | γραμματοκιβώτιο ουσ ουδ |
| mail merge n | (software: use of document template) | συγχώνευση αλληλογραφίας φρ ως ουσ θηλ |
| mail order n | (shopping by post) | ταχυδρομική παραγγελία επίθ + ουσ θηλ |
| | Mail order has seen stiff competition from online merchants in the Internet age. |
mail order catalog (US), mail order catalogue (UK) n | (for shopping by mail) | κατάλογος ταχυδρομικής παραγγελίας περίφρ |
| mail room n | (sorting office for post) | γραφείο αλληλογραφίας φρ ως ουσ ουδ |
| mail-in adj | (voting, etc.: by post) | δια αλληλογραφίας φρ ως επίθ |
mail-in ballot (US), postal vote (UK) n | (vote cast and sent by post) | ψήφος δια αλληλογραφίας φρ ως ουσ θηλ |
| mail-order bride n | informal, pejorative (woman marrying wealthy foreign man) (μειωτικό) | νύφη κατά παραγγελία φρ ως ουσ θηλ |
| | | νύφη δι' αλληλογραφίας φρ ως ουσ θηλ |
mailbox (US), postbox, pillar box (UK) n | (in street: post box) | γραμματοκιβώτιο ουσ ουδ |
| | The mailbox is emptied twice a day. |
| | Το γραμματοκιβώτιο αδειάζεται δυο φορές τη μέρα. |
| mailbox n | US (of building: letterbox) | γραμματοκιβώτιο ουσ ουδ |
| | The package was too big for the mailbox. |
| | Το πακέτο ήταν υπερβολικά μεγάλο για το γραμματοκιβώτιο. |
| mailbox n | (phone: voicemail storage) | τηλεφωνητής ουσ αρσ |
| | My mailbox is full; I need to delete some messages. |
| mailbox n | (email: inbox) (ηλεκτρονικό ταχυδρομείο) | εισερχόμενα μτχ ενεστ |
| | I'm trying to get my mailbox emptied before I go on holiday. |
| | Προσπαθώ να αδειάσω τα εισερχόμενά μου πριν φύγω διακοπές. |
MO, M.O., mo, m.o. n | initialism (mail order) | ταχυδρομική παραγγελία επίθ + ουσ θηλ |
| overnight mail n | (post delivered by next day) | ταχυδρομική επιστολή με παράδοση την επομένη περίφρ |
registered mail (US), registered post (UK) n | (insured first-class letters, parcels) | συστημένη επιστολή επίθ + ουσ θηλ |
| | (γράμμα ή πακέτο) | συστημένο ουσ ουδ |
| | We recommend that valuable items be sent by registered mail. |
| | I'd like to send this parcel by registered post, please. |
| | Συνιστούμε τα αντικείμενα αξίας να αποστέλλονται ως συστημένη επιστολή. |
| | Θα ήθελα να στείλω αυτό το πακέτο ως συστημένο, παρακαλώ. |
| snail mail n | informal (post, conventional mail) | ταχυδρομείο ουσ ουδ |
| Σχόλιο: δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία |
| | Most of the bills I receive are emailed, but my tax bill comes by snail mail. |
| space available mail n | US (overseas military parcel post) | είδος στρατιωτικής αλληλογραφίας |
| Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. |
| surface mail n | (postal system by ground) | ταχυδρομική αποστολή με μέσα επιφανείας φρ ως ουσ θηλ |
| | | ταχυδρομική αποστολή με χερσαία ή θαλάσσια μέσα φρ ως ουσ θηλ |
| | | ταχυδρομική αποστολή δια ξηράς ή θαλάσσης φρ ως ουσ θηλ |
| surface mail n | ([sth] sent by ground mail) (αλληλογραφία ή δέμα) | ταχυδρομείο που αποστέλλεται με μέσα επιφανείας φρ ως ουσ ουδ |
| | | ταχυδρομείο που αποστέλλεται με χερσαία ή θαλάσσια μέσα φρ ως ουσ ουδ |
| | | ταχυδρομείο που αποστέλλεται δια ξηράς ή θαλάσσης φρ ως ουσ ουδ |
voicemail, voice mail, voice-mail n | (answerphone service) | τηλεφωνητής ουσ αρσ |
| | Peter left a message on my voicemail. |