• WordReference
  • Definition
Σε αυτή τη σελίδα: layabout, lay about, lie about

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
layabout n UK (idle person)τεμπέλης επίθ ως ουσ
  (καθομιλουμένη)αργόσχολος επίθ ως ουσ
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)ρέμπελος, αχαϊρευτος ουσ αρσ
  (καθομιλουμένη, αποδοκιμασίας)τεμπελχανάς ουσ αρσ
 That layabout never gets off the sofa!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lay about [sb/sth] vtr phrasal insep UK (attack, beat)επιτίθεμαι σε κπ/κτ ρ μ + πρόθ
  χτυπάω ρ μ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lie about vi phrasal UK, informal ([sth]: remain unused) (μεταφορικά, ανεπίσημο)κάθομαι ρ αμ
lie about vi phrasal UK ([sb]: lounge idly) (ανεπίσημο, αποδοκιμασίας)κάθομαι, αράζω ρ αμ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση layabout στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «layabout».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!