lay off



  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations
  • English Usage

WordReference English-Greek Dictionary © 2025:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
lay [sb] off vtr phrasal sep (make redundant)απολύω ρ μ
 The current economic crisis has led many companies to lay off some of their employees.
 Η τρέχουσα οικονομική κρίση ανάγκασε πολλές εταιρείες να απολύσουν κάποιους από τους υπαλλήλους τους.
lay off vi phrasal slang (stop bothering [sb](μεταφορικά, καθομιλουμένη)παρατάω ρ μ
  αφήνω ήσυχο έκφρ
 I've had a bad day. Just lay off!
 Είχα μια άσχημη μέρα. Παράτα με!
lay off [sb] vtr phrasal insep slang (stop bothering: [sb])αφήνω κπ σε ησυχία, αφήνω κπ στην ησυχία του, αφήνω κπ ήσυχο περίφρ
 Lay off your sister for five minutes, would you? You've teased her enough.
 Μπορείς ν' αφήσεις την αδερφή σου ήσυχη για πέντε λεπτά; Αρκετά την πείραξες.
lay off [sth] vtr phrasal insep slang (stop indulging in) (καθομιλουμένη, μτφ)κόβω ρ μ
 He needs to lay off the booze for a while.
 Πρέπει να κόψει το ποτό για λίγο καιρό.
lay off doing [sth] v expr slang (stop doing) (καθομιλουμένη, μτφ)κόβω ρ μ
 I wish my friends would lay off teasing me about my friendship with James.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'lay off' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση lay off στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «lay off».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!