farmer

UK:*UK and possibly other pronunciationsUK and possibly other pronunciations/ˈfɑːmə/US:USA pronunciation: respellingUSA pronunciation: respelling(färmər)

  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
farmer n (person)αγρότης, αγρότισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
 Tom's parents are farmers who raise several different crops.
 Οι γονείς του Τομ είναι αγρότες που καλλιεργούν διάφορα είδη.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Επιπλέον μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
farmer n UK, pejorative, figurative (yokel) (μειωτικό)χωριάτης, χωριάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (μειωτικό)χωριάτα ουσ θηλ
 Why would I want to go to the West Country? They're all farmers down there!
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
beef farmer n ([sb] who raises cattle for meat) (λόγιο)εκτροφέας βοοειδών φρ ως ουσ αρσ/θηλ
  αγελαδοτρόφος ουσ αρσ/θηλ
  (παλαιό)βοοτρόφος ουσ αρσ/θηλ
 Beef farmers have suffered from the fall in meat prices.
cocoa farmer n ([sb] who cultivates cacao)καλλιεργητής κακάο περίφρ
 Cocoa is produced by an estimated 5-6 million cocoa farmers.
dairy farmer n (farmer operating dairy farm)γαλακτοπαραγωγός ουσ αρσ
farmer's market n (venue for sale of organic produce)λαϊκή αγορά επίθ + ουσ θηλ
  λαϊκή επίθ ως ουσ θηλ
 The farmer's market is the best place to buy fresh fruit and vegetables.
gentleman-farmer,
plural: gentlemen-farmers
n
(wealthy man who farms for pleasure)χομπίστας γεωργός φρ ως ουσ αρσ
Σχόλιο: Πρόκειται για κτηματία που ασχολείται με τη γεωργία από χόμπι.
gentleman-farmer,
plural: gentlemen-farmers
n
(man who owns farmland)κτηματίας ουσ αρσ
  γαιοκτήμονας ουσ αρσ
herb farmer n ([sb] who cultivates herbs)καλλιεργητής αρωματικών φυτών περίφρ
organic farmer n (food producer using natural methods)γεωργός που χρησιμοποιεί βιολογικές μεθόδους, αγρότης που χρησιμοποιεί βιολογικές μεθόδους φρ ως ουσ αρσ
  γεωργός βιολογικών καλλιεργειών φρ ως ουσ αρσ
  καλλιεργητής που χρησιμοποιεί βιολογικές μεθόδους φρ ως ουσ αρσ
  γεωργός που παράγει βιολογικά προϊόντα φρ ως ουσ αρσ
 The organic farmer grows his strawberries without chemicals or artificial fertilizers.
peasant farmer n (poor person who cultivates land)χωρικός, χωρική επίθ ως ουσ αρσ, επίθ ως ουσ θηλ
  αγρότης, αγρότισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  (κάποιες φορές μειωτικό)χωριάτης, χωριάτισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ
pig farmer n ([sb] who raises pigs for meat)χοιροτρόφος ουσ αρσ/θηλ
  εκτροφέας χοίρων φρ ως ουσ αρσ/θηλ
 Our senator is a lawyer but sometimes he acts like a rural pig farmer.
sheep farmer n ([sb] who raises sheep)κτηνοτρόφος με πρόβατα, τσοπάνης έκφρ
 Everyone I met on the ranch in New Zealand was a sheep farmer.
tenant farmer n ([sb] who farms land owned by someone else)ενοικιαστής κτήματος ουσ αρσ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'farmer' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
Συμφράσεις: a [cattle, dairy, peanut, corn, vegetable, pig, pork] farmer, the [country's, state's, region's] largest [cattle] farmer, (state) [subsidies, aids, programs, incentives] for farmers, περισσότερα…

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση farmer στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «farmer».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!